ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΕΦΗ ΦΡΥΔΑ
ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ
Πρώτη έκδοση στην παρούσα μορφή Ιανουάριος 2026 Τίτλος πρωτοτύπου Edith Wharton, The Age of Innocence, Vintage 2008 Διόρθωση τυπογραφικών δοκιμίων Στέλα Ζουμπουλάκη Σχεδιασμός εξωφύλλου Σαβίνα Χριστοπούλου Σελιδοποίηση Γιώτα Μπόμπου © 2015, 2025, Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (για την ελληνική γλώσσα) ISBN 978-618-03-4346-5 ΒOΗΘ. ΚΩΔ. ΜΗΧ/ΣΗΣ 84346 Κ.Ε.Π. 6377 Κ.Π. 21515 Το παρόν έργο πνευµατικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Nόµου (N. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήµερα) και τις διεθνείς συµβάσεις περί πνευµατικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε µέσο ή τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκµίσθωση ή δανεισµός, µετάφραση, διασκευή, αναµετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε µορφή (ηλεκτρονική, µηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκµετάλλευση του συνόλου ή µέρους του έργου. Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003500 metaixmio.gr • [email protected] Κεντρική διάθεση Ασκληπιού 18, 106 80 Αθήνα τηλ.: 210 3647433 Bιβλιοπωλεία ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ • Aσκληπιού 18, 106 80 Aθήνα τηλ.: 210 3647433 • Πολυχώρος, Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003580, fax: 211 3003581 Ξένη λογοτεχνία
Edith Wharton ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Έφη Φρυδά
BIBΛIO ΠPΩTO
9 1 Ένα βράδυ του Ιανουαρίου στις αρχές της δεκαετίας του 1870 η Κριστίν Νίλσον τραγουδούσε στον Φάουστ στην Ακαδηµία της Μουσικής στη Νέα Υόρκη. Μόλο που ήδη συζητιόταν η ανέγερση ενός καινούργιου µεγάρου Όπερας, το οποίο θα συναγωνιζόταν σε κόστος και µεγαλείο εκείνα των µεγάλων ευρωπαϊκών πρωτευουσών, κάπου µακριά στη µητρόπολη «πάνω από τη 40ή Οδό», στον κόσµο της µόδας άρεσε ακόµη να συγκεντρώνεται κάθε χειµώνα στα φθαρµένα κόκκινα και χρυσά θεωρεία της παλιάς Ακαδηµίας. Οι συντηρητικοί τη λάτρευαν γιατί ήταν µικρή και άβολη, και έτσι κρατούσαν απέξω τους «καινούργιους ανθρώπους» που τρόµαζαν αλλά συνάµα γοήτευαν τη Νέα Υόρκη. Οι συναισθηµατικοί ήταν αφοσιωµένοι σε αυτή για το ιστορικό της παρελθόν και οι µουσικοί για την εξαιρετική της ακουστική, που πάντα ήταν τόσο προβληµατική σε αίθουσες κατασκευασµένες για να ακούγεται µουσική. Ήταν η πρώτη εµφάνιση της Μαντάµ Νίλσον ετούτο τον χειµώνα, και όλοι όσους ο ηµερήσιος Τύπος είχε κιόλας συνηθίσει να αποκαλεί «εκπληκτικά λαµπρό ακροατή-
EDITH WHARTON 10 ριο» είχαν συγκεντρωθεί για να την ακούσουν, περνώντας µέσα από τους γλιστερούς, χιονισµένους δρόµους µε ιδιωτικές τετράτροχες άµαξες, µε ευρύχωρα οικογενειακά λαντό και µε πιο ταπεινά αλλά πιο βολικές μισθωμένες άμαξες. Η άφιξη στην Όπερα µε μια τέτοια άμαξα ήταν σχεδόν εξίσου τιµητική µε την άφιξη µε ιδιωτική άµαξα. Και η αναχώρηση µε τον ίδιο τρόπο είχε το τεράστιο πλεονέκτηµα να σου επιτρέπει (µε µια παιχνιδιάρικη αναφορά στα δηµοκρατικά ιδεώδη) να πηδήσεις στην πρώτη άμαξα που περίµενε στην ουρά, αντί να περιµένεις µέχρι να δεις την µπουκωµένη και κόκκινη από το τζιν µύτη του δικού σου αµαξά να γυαλίζει κάτω από τη σκεπαστή είσοδο της Ακαδηµίας. Μια από τις σπουδαιότερες ανακαλύψεις των αµαξάδων µε τη λιβρέα ήταν ότι οι Αµερικάνοι επιθυµούν να φύγουν από τις διασκεδάσεις γρηγορότερα απ’ ό,τι επιθυµούν να πάνε σε αυτές. Όταν ο Νιούλαντ Άρτσερ άνοιγε την πόρτα στο πίσω µέρος του θεωρείου, η αυλαία είχε µόλις σηκωθεί για τη σκηνή του κήπου. Δεν υπήρχε λόγος για την αργοπορία του νεαρού, γιατί είχε δειπνήσει στις επτά µόνο µε τη µητέρα και την αδελφή του και µετά είχε χασοµερήσει καπνίζοντας ένα πούρο στη γοτθική βιβλιοθήκη µε τα µαύρα δρύινα ράφια που έκλειναν µε τζάµι και τις καρέκλες µε τις περίτεχνα διακοσµηµένες πλάτες. Αυτό ήταν το µοναδικό δωµάτιο του σπιτιού όπου η κυρία Άρτσερ επέτρεπε το κάπνισµα. Αλλά κατ’ αρχάς η Νέα Υόρκη ήταν µητρόπολη κι εκείνος ήξερε πολύ καλά ότι στις µητροπόλεις δεν είναι «πρέπον» να φθάνεις νωρίς στην όπερα. Και
ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ 11 το τι ήταν και δεν ήταν «πρέπον» έπαιζε τόσο σηµαντικό ρόλο στη Νέα Υόρκη του Νιούλαντ Άρτσερ όσο ο ακατoνόµαστος τρόµος των τοτέµ που εξουσίαζε τα πεπρωµένα των προγόνων του πριν από χιλιάδες χρόνια. Ο δεύτερος λόγος γι’ αυτή την καθυστέρηση ήταν προσωπικός. Είχε χασοµερήσει µε ένα πούρο, γιατί ήταν κατά βάθος ντιλετάντης και η σκέψη µιας προσδοκώµενης ευχαρίστησης συχνά του έδινε βαθύτερη ικανοποίηση από την ίδια την πραγματοποίησή της. Αυτό συνέβαινε ειδικά όταν η ευχαρίστηση ήταν λεπτή, όπως ήταν οι περισσότερες ευχαριστήσεις του. Και σε αυτή την περίσταση αυτό το οποίο προσδοκούσε ήταν τόσο σπάνιο και εξαιρετικής ποιότητας που, ακόµα κι αν είχε συγχρονίσει την ώρα της άφιξής του µε τον διευθυντή σκηνής της πριµαντόνας, δεν θα είχε µπει στην Ακαδηµία σε στιγµή πιο κατάλληλη από αυτή που εκείνη τραγουδούσε: «Εκείνος µ’ αγαπά –δεν µ’ αγαπά– µ’ αγαπά!» σκορπίζοντας τα πέταλα της µαργαρίτας µε νότες καθάριες σαν δροσοσταλίδες. Εκείνη τραγουδούσε φυσικά «M’ama!» κι όχι «µ’ αγαπά», καθώς ένας αναλλοίωτος και αδιαµφισβήτητος νόµος του µουσικού κόσµου απαιτούσε οι Σουηδοί καλλιτέχνες να τραγουδούν το γερµανικό κείµενο της γαλλικής όπερας µεταφρασµένο στα ιταλικά για να το καταλαβαίνει καλύτερα το αγγλόφωνο ακροατήριο. Αυτό φαινόταν τόσο φυσικό στον Νιούλαντ Άρτσερ όσο όλες οι άλλες συµβάσεις γύρω από τις οποίες είχε διαµορφωθεί η ζωή του. Όπως, για παράδειγµα, η υποχρέωση να χρησιµοποιεί δύο βούρτσες µε ασηµένια λαβή και το µονόγραµµά του χαραγµένο
EDITH WHARTON 12 µε µπλε σµάλτο για να κάνει χωρίστρα στα µαλλιά του, όπως επίσης να µην κάνει ποτέ δηµόσιες εµφανίσεις χωρίς ένα λουλούδι (κατά προτίµηση γαρδένια) στην µπουτονιέρα του. «M’ama… non m’ama…» τραγουδούσε η πριµαντόνα και «M’ama» µε ένα τελικό ξέσπασµα ερωτικού θριάµβου, καθώς πίεζε τη µαδηµένη µαργαρίτα στα χείλη της και σήκωνε τα µεγάλα της µάτια στην περίπλοκη έκφραση του µικρόσωµου µελαµψού Φάουστ-Καπούλ, ο οποίος, φορώντας ένα εφαρµοστό κρεµεζί βελούδινο γιλέκο και ένα καπέλο µε φτερό, προσπαθούσε επί µαταίω να φανεί αγνός και αθώος όσο το αθώο θύµα του. Ο Νιούλαντ Άρτσερ ακουµπώντας στον τοίχο στο πίσω µέρος του θεωρείου έστρεψε τα µάτια από τη σκηνή και σάρωσε την αντικρινή πλευρά της αίθουσας. Ακριβώς απέναντί του ήταν το θεωρείο της γηραιάς κυρίας Μάνσον Μίνγκοτ, της οποίας η τερατώδης παχυσαρκία είχε από καιρό κάνει αδύνατη την παρουσία της στην Όπερα, αλλά που πάντα την εκπροσωπούσαν τις βραδιές της µόδας κάποια από τα νεότερα µέλη της οικογένειάς της. Απόψε στο µπροστινό µέρος του θεωρείου καθόταν η νύφη της, η κυρία Λόβελ Μίνγκοτ, και η κόρη της, η κυρία Ουέλαντ. Και λίγο πιο πίσω από τις ώριµες κυρίες µε τα χρυσοκέντητα µπροκάρ, καθόταν µια νεαρή κοπέλα ντυµένη στα λευκά µε τα µάτια καρφωµένα εκστατικά στους εραστές της σκηνής. Καθώς το «M’ama» της Μαντάµ Νίλσον υψωνόταν θριαµβευτικά πάνω στη σιωπηλή αίθουσα (τα θεωρεία πάντα έπαυαν να µιλούν κατά τη διάρκεια του Τρα-
ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ 13 γουδιού της Μαργαρίτας), ένα θερµό ρόδινο χρώµα έβαψε τα µάγουλα της κοπέλας ως τις ρίζες των ξανθών µαλλιών της και απλώθηκε στην καµπύλη του νεανικού της στήθους, που το κάλυπτε ένα σεµνό τούλινο µπούστο στερεωµένο µε µία και µοναδική γαρδένια. Εκείνη έστρεψε το βλέµµα στην τεράστια ανθοδέσµη από κρινάκια στα γόνατά της, και ο Νιούλαντ Άρτσερ είδε τα ακροδάχτυλά της µε τα λευκά γάντια να αγγίζουν απαλά τα λουλούδια. Ανάσανε µε τη µαταιοδοξία του ικανοποιηµένη και τα µάτια του επέστρεψαν στη σκηνή. Δεν είχε γίνει οικονοµία στα σκηνικά και όλοι παραδέχονταν ότι ήταν πολύ ωραία, ακόµα και εκείνοι που γνώριζαν τις σκηνές του Παρισιού και της Βιέννης. Η σκηνή απ’ άκρη ως άκρη, ως τα φώτα της ράµπας, ήταν καλυµµένη µε ένα σµαραγδένιο πράσινο ύφασµα. Στο µέσο συµµετρικοί όγκοι πρασινάδας, φτιαγµένοι από µαλλί και περιτριγυρισµένοι από στεφάνια του κροκέ, σχηµάτιζαν µια βάση από θάµνους σε σχήµα πορτοκαλιάς, οι οποίοι ήταν όµως διακοσµηµένοι µε µεγάλα ροζ και κόκκινα τριαντάφυλλα. Γιγάντιοι πανσέδες, πολύ µεγαλύτεροι από τα τριαντάφυλλα, ξεφύτρωναν από την πρασινάδα κάτω από τις τριανταφυλλιές. Εδώ κι εκεί µια µαργαρίτα άνθιζε πάνω στο κλαδί µιας τριανταφυλλιάς σαν τα απίστευτα προφητικά θαύµατα του κυρίου Λούθερ Μπέρµπανκ.* * Luther Burbank (1849-1926). Αµερικάνος βοτανολόγος και πρωτοπόρος στην αγροτική επιστήµη. Δηµιούργησε περισσότερες από 800 ποικιλίες φυτών µέσα στα 55 χρόνια της καριέρας του.
EDITH WHARTON 14 Καταµεσής αυτού του µαγικού κήπου η Μαντάµ Νίλσον, µε λευκό κασµίρι στολισµένο µε αχνογάλαζο σατέν, ένα πουγκί κρεµασµένο στην µπλε ζώνη της και τις µεγάλες κίτρινες πλεξούδες προσεκτικά τοποθετηµένες δεξιά και αριστερά στην πουκαµίσα της από μουσελίνα, άκουγε µε χαµηλωµένα µάτια τις παθιάρικες ερωτοτροπίες του Μ. Καπούλ και, µε ένα αθώο ύφος αποτυπωµένο στο πρόσωπό της, υποκρινόταν ότι δεν καταλάβαινε τα σχέδιά του όποτε, µε τον λόγο ή το βλέµµα, εκείνος υποδείκνυε πειστικά το παράθυρο του ισογείου της κοµψής βίλας από τούβλο που διακρινόταν λοξά από τη δεξιά πλευρά της σκηνής. «Τι αξιαγάπητη!» σκέφτηκε ο Νιούλαντ Άρτσερ και το βλέµµα του γύρισε πίσω στο νεαρό κορίτσι µε τα κρινάκια. «Ούτε που υποψιάζεται περί τίνος πρόκειται». Και έµεινε να παρατηρεί το απορροφηµένο νεαρό πρόσωπό της µε τη συγκίνηση του ιδιοκτήτη, στην οποία η περηφάνια για τη δική του αντρική µύηση αναµειγνυόταν µε την τρυφερή λατρεία για την αβυσσαλέα αγνότητά της. Θα διαβάσουµε Φάουστ µαζί… δίπλα στις ιταλικές λίµνες… σκέφτηκε κάπως θαµπά συγχέοντας τις σκηνές από τον µελλοντικό µήνα του µέλιτος µε τα αριστουργήµατα της λογοτεχνίας τα οποία θα είχε το αντρικό προνόµιο να αποκαλύψει στη γυναίκα του. Ήταν µόλις τούτο το απόγευµα που η Μέι Ουέλαντ τού είχε δείξει ότι «ενδιαφερόταν» (η καθαγιασµένη λέξη της Νέας Υόρκης για την παρθενική διατράνωση συναισθηµάτων) και ήδη η φαντασία του, υπερπηδώντας το δαχτυλίδι των αρραβώνων, το φιλί της
ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ 15 υπόσχεσης και το εµβατήριο από το Λόενγκριν, έφερνε την κοπέλα στο πλευρό του σε κάποιο παλιό, µαγικό ευρωπαϊκό τοπίο. Δεν ήθελε καθόλου η µελλοντική κυρία Νιούλαντ Άρτσερ να είναι αφελής. Ήθελε (χάρη στη δική του καθοδήγηση) να αναπτύξει κοινωνική χάρη και ετοιµότητα πνεύµατος, έτσι ώστε να µπορεί να σταθεί ισότιµα πλάι στις πιο δηµοφιλείς παντρεµένες γυναίκες της «νεαρότερης γενιάς», στην οποία ήταν αναγνωρισµένη πια συνήθεια οι κυρίες να έλκουν το αντρικό ενδιαφέρον ενώ ταυτόχρονα το αποθαρρύνουν παιχνιδιάρικα. Αν αναρωτιόταν για τα βαθύτερα αίτια της µαταιοδοξίας του (όπως σχεδόν έκανε µερικές φορές), θα έβρισκε εκεί την επιθυµία η γυναίκα του να είναι τόσο κοσµοπολίτισσα και τόσο πρόθυµη να ικανοποιήσει, όσο η παντρεµένη κυρία που τον είχε γοητεύσει για δύο αρκετά ταραγµένα χρόνια. Kαι αυτό χωρίς φυσικά την ευαισθησία που είχε σχεδόν καταστρέψει τη ζωή εκείνης της δυστυχισµένης ύπαρξης και είχε αναστατώσει τα δικά του σχέδια για έναν ολόκληρο χειµώνα. Δεν είχε ποτέ αφιερώσει χρόνο για να σκεφτεί πώς αυτός ο θαυµαστός συνδυασµός φωτιάς και πάγου θα µπορούσε να συντελεσθεί και να διατηρηθεί στον σκληρό κόσµο. Ήταν απλώς ικανοποιηµένος να έχει την άποψή του χωρίς να την αναλύει, µιας και ήξερε ότι την ίδια άποψη είχαν και όλοι οι καλοχτενισµένοι, καλοντυµένοι, περιποιηµένοι κύριοι µε τα λευκά γιλέκα και το λουλούδι στην µπουτονιέρα που διαδέχονταν ο ένας τον άλλο στο θεωρείο, τον χαιρετούσαν φιλικά και έστρεφαν τα κιάλια τους κρι-
EDITH WHARTON 16 τικά στον κύκλο των κυριών που ήταν το προϊόν του συστήµατος. Στα πνευµατικά και καλλιτεχνικά θέµατα ο Νιούλαντ Άρτσερ αισθανόταν σαφώς ανώτερος από τούτους τους εκλεκτούς εκπροσώπους της παλιάς νεοϋορκέζικης αριστοκρατίας. Είχε κατά πάσα πιθανότητα διαβάσει περισσότερο, είχε σκεφτεί περισσότερο και ήταν πολύ πιο κοσµογυρισµένος απ’ οποιονδήποτε άλλον του κύκλου του. Χωριστά ο καθένας ήταν σαφώς κατώτερος. Ωστόσο συγκεντρωµένοι αντιπροσώπευαν τη «Νέα Υόρκη», και η αντρική αλληλεγγύη τον έκανε να δέχεται τις αρχές τους σε όσα θέµατα θεωρούνταν ηθικής τάξεως. Από ένστικτο αισθανόταν ότι σε τούτο το θέµα θα ήταν πρόβληµα –και επίσης µάλλον κακόγουστο– να φανεί διαφορετικός. «Ω, µα την πίστη µου!» αναφώνησε ο Λόρενς Λέφερτς στρέφοντας τα κιάλια του απότοµα από τη σκηνή. Ο Λόρενς Λέφερτς ήταν σε γενικές γραµµές η κατεξοχήν αυθεντία σχετικά µε τα «καθωσπρέπει» της Νέας Υόρκης. Είχε αφιερώσει ίσως περισσότερο χρόνο απ’ οποιονδήποτε άλλο στη µελέτη αυτού του περίπλοκου και συναρπαστικού ζητήµατος. Αλλά η µελέτη και µόνο δεν έφτανε να εξηγήσει την πλήρη και άνετη επάρκειά του. Δεν είχες παρά να τον κοιτάξεις –από την καµπύλη του φαλακρού µετώπου του και το γυριστό ωραίο ξανθό µουστάκι ως το άλλο άκρο της λυγερής κοµψής εµφάνισής του, τα µακριά πόδια του µε τα λουστρίνια– για να νιώσεις ότι η γνώση του «καθωσπρέπει» είναι σίγουρα έµφυτη σε κάποιον που ήξερε να φοράει ανέµελα τόσο καλά ρούχα και να περιφέρει το ύψος του µε τόση σαλονάτη χάρη. Όπως είχε πει κάποτε γι’
ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ 17 αυτόν ένας νεαρός θαυµαστής: «Αν υπάρχει κάποιος που να ξέρει να σου πει πότε να φορέσεις σµόκιν και πότε όχι, αυτός είναι ο Λόρενς Λέφερτς». Και στο θέµα σκαρπίνια ή λουστρίνια «Όξφορντς» η αυθεντία του δεν είχε αµφισβητηθεί. «Θεέ µου!» είπε. Και σιωπηλά έδωσε τα κιάλια του στον γηραιό Σίλερτον Τζάκσον. Ακολουθώντας το βλέµµα του Λέφερτς ο Νιούλαντ Άρτσερ είδε µε κατάπληξη πως το επιφώνηµά του οφειλόταν στην είσοδο ενός καινούργιου προσώπου στο θεωρείο της γηραιάς κυρίας Μίνγκοτ. Ήταν µια λυγερή νεαρή γυναίκα, λίγο ψηλότερη από τη Μέι Ουέλαντ, µε καστανά µαλλιά που οι µπούκλες έπεφταν στους κροτάφους και ήταν στερεωµένα µε µια στενή διαµαντένια τιάρα. Το στιλ της κόµµωσής της, που εκείνη την εποχή το αποκαλούσαν «στιλ Ιωσηφίνας», τονιζόταν ακόµα περισσότερο από το κόψιµο της σκούρας µπλε βελούδινης τουαλέτας της, την οποία συγκρατούσε εντυπωσιακά κάτω από το στήθος της µια ζώνη και µια µεγάλη παλιοµοδίτικη πόρπη. Η κοπέλα µε το ασυνήθιστο φόρεµα, που δεν φαινόταν να συνειδητοποιεί την προσοχή που τραβούσε, στάθηκε µια στιγµή στο κέντρο του θεωρείου συζητώντας µε την κυρία Ουέλαντ αν ήταν σωστό να της πάρει τη θέση στην µπροστινή δεξιά γωνία. Μετά υποχώρησε µε ένα αµυδρό χαµόγελο και κάθισε στην ίδια σειρά µε τη νύφη της κυρίας Ουέλαντ, την κυρία Λόβελ Μίνγκοτ, που καθόταν στην αντικρινή γωνία. Ο κύριος Σίλερτον Τζάκσον επέστρεφε τα κιάλια στον
EDITH WHARTON 18 Λόρενς Λέφερτς. Όλα τα µέλη της λέσχης στράφηκαν ενστικτωδώς για να ακούσουν τι είχε να πει ο γέροντας. Γιατί ο γηραιός κύριος Τζάκσον ήταν αυθεντία στα «οικογενειακά θέµατα», όπως ακριβώς ο Λόρενς Λέφερτς ήταν στο τι ήταν «καθωσπρέπει». Ήξερε όλα τα γενεαλογικά δέντρα των οικογενειών της Νέας Υόρκης. Όχι µόνο µπορούσε να αποσαφηνίσει περίπλοκες ερωτήσεις, όπως αυτή της σύνδεσης ανάµεσα στους Μίνγκοτ (µέσω των Θόρλεϊ) µε τους Ντάλας της Νότιας Καρολίνας και της σχέσης του παλαιότερου κλώνου των Θόρλεϊ της Φιλαδέλφειας µε τους Τσίβερς του Όλµπανι (που σε καµία περίπτωση δεν πρέπει να συγχέονται µε τον Μάνσον Τσίβερς του Γιουνιβέρσιτι Πλέις), αλλά µπορούσε ακόµα να απαριθµήσει τα κύρια χαρακτηριστικά κάθε οικογένειας. Όπως, για παράδειγµα, την παροιµιώδη τσιγκουνιά των νεότερων γενεών των Λέφερτς (του Λονγκ Άιλαντ). Τη µοιραία τάση των Ράσγουερθ να κάνουν ανόητους γάµους. Την παράνοια που εµφανιζόταν κάθε δεύτερη γενιά στους Τσίβερς του Όλµπανι, µε τους οποίους τα εξαδέλφια τους από τη Νέα Υόρκη πάντα αρνούνταν να παντρευτούν, µε την καταστροφική εξαίρεση της καηµένης της Μεντόρα Μάνσον που, όπως όλοι γνώριζαν… αλλά, στο κάτω κάτω, η µητέρα της ήταν µια Ράσγουερθ. Εκτός από αυτό το δάσος των γενεαλογικών δέντρων ο κύριος Σίλερτον Τζάκσον είχε, ανάµεσα στους στενούς κροτάφους του και κάτω από την απαλή σκέπη των ασηµένιων µαλλιών του, ολόκληρο αρχείο για τα περισσοτέρα σκάνδαλα και µυστήρια που έβραζαν κάτω από την αδια
ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ 19 τάραχτη επιφάνεια της νεοϋορκέζικης κοινωνίας τα τελευταία πενήντα χρόνια. Οι γνώσεις του είχαν τόσο βάθος και η µνήµη του ήταν τόσο ακριβής, ώστε µάλλον ήταν ο µοναδικός άνθρωπος που µπορούσε να σου πει ποιος ήταν πραγµατικά ο Τζούλιους Μπόφορτ, ο τραπεζίτης, και τι είχε απογίνει ο ωραίος Μποµπ Σπάισερ, ο γηραιός πατέρας της κυρίας Μάνσον Μίνγκοτ, που εξαφανίστηκε µυστηριωδώς (µαζί µε ένα µεγάλο χρηµατικό ποσό) ένα χρόνο µετά τον γάµο του, την ίδια µέρα που µια όµορφη σπανιόλα χορεύτρια, η οποία ξετρέλαινε το κοινό στην παλιά Όπερα στο Μπάτερι, έπαιρνε το πλοίο για την Κούβα. Αλλά αυτά τα µυστήρια, όπως και πολλά άλλα, ήταν σφαλισµένα βαθιά στην καρδιά του κυρίου Τζάκσον. Και δεν ήταν µόνο η οξύτατη αίσθηση τιµής που τον εµπόδιζε να επαναλάβει οτιδήποτε του είχαν εµπιστευτεί, αλλά και η συνειδητοποίηση ότι η φήµη του ως διακριτικού ανθρώπου αύξανε τις ευκαιρίες του να ανακαλύπτει ό,τι ήθελε να µάθει. Γι’ αυτό ολόκληρο το θεωρείο της λέσχης παρακολουθούσε µε εµφανή προσµονή, ενώ ο κύριος Σίλερτον Τζάκσον επέστρεφε τα κιάλια στον Λόρενς Λέφερτς. Για µια στιγµή παρατήρησε βουβά την οµάδα που κρεµόταν από τα χείλη του µε τα γαλακτώδη, γαλάζια µάτια του τα οποία σκίαζαν τα γέρικα βλέφαρά του. Έπειτα έστριψε συλλογισµένος το µουστάκι του και είπε απλώς: «Δεν περίµενα ότι θα τολµούσαν κάτι τέτοιο οι Μίνγκοτ».
ISBN: 978-618-03-4346-5 ΒΟΗΘ. ΚΩΔ. MHX/ΣΗΣ 84346 Ο νεαρός δικηγόρος Nιoύλαντ Άρτσερ, γόνος επιφανούς οικογένειας της Νέας Υόρκης, περιμένει με ανυπομονησία τη μέρα που θα παντρευτεί τη Μέι Ουέλαντ: όμορφη, τρυφερή, ευαίσθητη και με καλούς τρόπους. Ο αρραβώνας ανακοινώνεται διακριτικά, αλλά σύντομα όλη η καλή κοινωνία μαθαίνει για αυτόν τον τέλειο γάμο, μια ένωση ισχυρών οικογενειών που επισφραγίστηκε από την αγάπη των δύο νέων. Ώσπου εμφανίζεται η Κόμησσα Έλεν Ολένσκα, ξαδέρφη της μνηστής του, που έχει αποφασίσει να πάρει διαζύγιο, γεγονός πρωτοφανές για τα ήθη της εποχής και της τάξης της. Γοητευτική και απελευθερωμένη, η Έλεν κάνει τον Νιούλαντ να δει τη ζωή με άλλα μάτια. Ανάμεσά τους γεννιέται ένας έρωτας χωρίς όρια, χωρίς ελπίδα. Μια μοναδική ιστορία για τον έρωτα και το αιώνιο δίλημμα ανάμεσα στο πάθος και το καθήκον, που χάρισε στην Edith Wharton το βραβείο Pulitzer το 1921.
www.metaixmio.grRkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=