EDITH WHARTON 14 Καταµεσής αυτού του µαγικού κήπου η Μαντάµ Νίλσον, µε λευκό κασµίρι στολισµένο µε αχνογάλαζο σατέν, ένα πουγκί κρεµασµένο στην µπλε ζώνη της και τις µεγάλες κίτρινες πλεξούδες προσεκτικά τοποθετηµένες δεξιά και αριστερά στην πουκαµίσα της από μουσελίνα, άκουγε µε χαµηλωµένα µάτια τις παθιάρικες ερωτοτροπίες του Μ. Καπούλ και, µε ένα αθώο ύφος αποτυπωµένο στο πρόσωπό της, υποκρινόταν ότι δεν καταλάβαινε τα σχέδιά του όποτε, µε τον λόγο ή το βλέµµα, εκείνος υποδείκνυε πειστικά το παράθυρο του ισογείου της κοµψής βίλας από τούβλο που διακρινόταν λοξά από τη δεξιά πλευρά της σκηνής. «Τι αξιαγάπητη!» σκέφτηκε ο Νιούλαντ Άρτσερ και το βλέµµα του γύρισε πίσω στο νεαρό κορίτσι µε τα κρινάκια. «Ούτε που υποψιάζεται περί τίνος πρόκειται». Και έµεινε να παρατηρεί το απορροφηµένο νεαρό πρόσωπό της µε τη συγκίνηση του ιδιοκτήτη, στην οποία η περηφάνια για τη δική του αντρική µύηση αναµειγνυόταν µε την τρυφερή λατρεία για την αβυσσαλέα αγνότητά της. Θα διαβάσουµε Φάουστ µαζί… δίπλα στις ιταλικές λίµνες… σκέφτηκε κάπως θαµπά συγχέοντας τις σκηνές από τον µελλοντικό µήνα του µέλιτος µε τα αριστουργήµατα της λογοτεχνίας τα οποία θα είχε το αντρικό προνόµιο να αποκαλύψει στη γυναίκα του. Ήταν µόλις τούτο το απόγευµα που η Μέι Ουέλαντ τού είχε δείξει ότι «ενδιαφερόταν» (η καθαγιασµένη λέξη της Νέας Υόρκης για την παρθενική διατράνωση συναισθηµάτων) και ήδη η φαντασία του, υπερπηδώντας το δαχτυλίδι των αρραβώνων, το φιλί της
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=