Τα χρόνια της αθωότητας

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ 11 το τι ήταν και δεν ήταν «πρέπον» έπαιζε τόσο σηµαντικό ρόλο στη Νέα Υόρκη του Νιούλαντ Άρτσερ όσο ο ακατoνόµαστος τρόµος των τοτέµ που εξουσίαζε τα πεπρωµένα των προγόνων του πριν από χιλιάδες χρόνια. Ο δεύτερος λόγος γι’ αυτή την καθυστέρηση ήταν προσωπικός. Είχε χασοµερήσει µε ένα πούρο, γιατί ήταν κατά βάθος ντιλετάντης και η σκέψη µιας προσδοκώµενης ευχαρίστησης συχνά του έδινε βαθύτερη ικανοποίηση από την ίδια την πραγματοποίησή της. Αυτό συνέβαινε ειδικά όταν η ευχαρίστηση ήταν λεπτή, όπως ήταν οι περισσότερες ευχαριστήσεις του. Και σε αυτή την περίσταση αυτό το οποίο προσδοκούσε ήταν τόσο σπάνιο και εξαιρετικής ποιότητας που, ακόµα κι αν είχε συγχρονίσει την ώρα της άφιξής του µε τον διευθυντή σκηνής της πριµαντόνας, δεν θα είχε µπει στην Ακαδηµία σε στιγµή πιο κατάλληλη από αυτή που εκείνη τραγουδούσε: «Εκείνος µ’ αγαπά –δεν µ’ αγαπά– µ’ αγαπά!» σκορπίζοντας τα πέταλα της µαργαρίτας µε νότες καθάριες σαν δροσοσταλίδες. Εκείνη τραγουδούσε φυσικά «M’ama!» κι όχι «µ’ αγαπά», καθώς ένας αναλλοίωτος και αδιαµφισβήτητος νόµος του µουσικού κόσµου απαιτούσε οι Σουηδοί καλλιτέχνες να τραγουδούν το γερµανικό κείµενο της γαλλικής όπερας µεταφρασµένο στα ιταλικά για να το καταλαβαίνει καλύτερα το αγγλόφωνο ακροατήριο. Αυτό φαινόταν τόσο φυσικό στον Νιούλαντ Άρτσερ όσο όλες οι άλλες συµβάσεις γύρω από τις οποίες είχε διαµορφωθεί η ζωή του. Όπως, για παράδειγµα, η υποχρέωση να χρησιµοποιεί δύο βούρτσες µε ασηµένια λαβή και το µονόγραµµά του χαραγµένο

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=