Ο Σ Ά Κ Ο Σ Τ Ο Υ Φ Ό Ν Ο Υ
23
«Έχω επαφή» είπα.
Το κόκκινο σακίδιο ήταν ίδιο ακριβώς μ’ αυτό που είχε πιάσει
η κάμερα ασφαλείας τη μέρα που αγόρασε οξυζενέ από μιαν
αποθήκη φαρμακευτικών ειδών χονδρικής.
Το ίδιο κόκκινο σακίδιο είχε στους ώμους του καθώς έσπρω-
χνε προς το ταμείο το καροτσάκι με το φορτίο των 440 λίτρων
οξυζενέ. Το φορούσε την ώρα που πλήρωνε με πενηντάρικα τις
550 λίρες. Το φορούσε όταν ξεφόρτωσε το βαν του απ’ το ιδιω-
τικό γκαράζ όπου είχαμε βάλει κάμερες.
Δεν το μπέρδευες με άλλο το κόκκινο σακίδιο. Ήταν σαν αυ-
τά που κουβαλούν οι ορειβάτες στο Έβερεστ. Μεγάλο και κατα-
κόκκινο – κόκκινο ασφαλείας, έτσι το λέγαν το συγκεκριμένο.
Αλλά το πρόσωπό του είχε αλλάξει. Αυτό με είχε μπερδέψει.
Σκόπιμα. Είχε παραγεμίσει τη φάτσα του με ενέσιμο υλικό.
Σχεδίαζε να πεθάνει με το πρόσωπο ενός άλλου.
Μα τώρα ήταν εμφανές.
Δεν χωρούσε η παραμικρή αμφιβολία.
«Αυτός είναι» είπα. «Θετική επαφή. Έχει πειράξει τη φάτσα
του. Δεν ξέρω πώς – κάποια πλαστική θα έκανε. Αλλά είναι αυτός.
Έχω επαφή. Επαναλαμβάνω, έχω θετική οπτική επαφή. Θετική».
«Ακροβολιστής 1 σε θέση βολής» είπε μια φωνή και στην
απέναντι πλευρά του δρόμου διέκρινα τους ενόπλους για πρώτη
φορά, τρεις σιλουέτες που κινούνταν στις στέγες πάνω από ένα
βρομερό δρομάκι με μαγαζιά κι εστιατόρια, με τις καραμπίνες
τους να φεγγρίζουν στη λιακάδα. Ακροβολιστές της Αστυνομίας
που έπαιρναν τις θέσεις τους.
Η τελευταία μας λύση, αν όλα πήγαιναν στραβά. Και είχαν
ήδη αρχίσει να πηγαίνουν στραβά.
«Ακροβολιστής 2 σε θέση βολής. Αλλά δεν έχω άμεση σκανδά-
λη. Δεν έχω καθαρό πεδίο βολής. Είναι γεμάτο κόσμο εκεί κάτω».
Ο άντρας με το κόκκινο σακίδιο είχε κοντοσταθεί στην άκρη
του δρόμου, περιμένοντας το φανάρι να γίνει πράσινο. Τα οχή-
ματα διέρχονταν βουερά και στα διάκενά τους έβλεπα την ανα-