T O N Y P A R S O N S
28
Δέκα δεύτερα.
Ο άντρας με το κόκκινο σακίδιο προχώρησε.
Εννέα δεύτερα.
Έβαλα όπισθεν.
Οχτώ.
Γύρισα το κεφάλι προς τα πίσω και το σανίδωσα.
Το αμάξι τινάχτηκε προς τα πίσω κι είδα τον άντρα με το
κόκκινο σακίδιο να έρχεται κατά πάνω μου. Είχα περάσει το ένα
χέρι γύρω απ’ το μαξιλαράκι του συνοδηγού για να προστατευ-
τώ απ’ την πρόσκρουση και το χέρι στο τιμόνι πατούσε με δύ-
ναμη την κόρνα, αφήνοντας το βουητό της να σκορπίσει τους
τυχόν περαστικούς.
Ο άντρας δεν σάλεψε.
Αλλά με κοίταξε κατάματα καθώς η παλιά
BMW
ορμούσε
κατά πάνω του και τα χείλη του δεν πρόφεραν πια την προσευχή.
Πέντε δεύτερα.
Το αμάξι τον κλάδεψε, χτυπώντας τον λίγο πάνω απ’ την
επιγονατίδα, συντρίβοντας τα γόνατα και στα δύο πόδια του,
καθώς ο κορμός του χτυπούσε με δύναμη στο πίσω μέρος του
οχήματος. Το πρόσωπό του έσπασε το πίσω παρμπρίζ και το
πίσω παρμπρίζ τού ανταπέδωσε τη συντριβή.
Κι έπειτα η πρόσκρουση τον εκτόξευσε προς τα πίσω, πάνω
σ’ έναν τοίχο από βικτοριανά κόκκινα τούβλα, όπου το κεφάλι
του έσκασε σαν μελάτο αυγό που το χτυπάς με βαριοπούλα.
Τρία δεύτερα.
Έβαλα πρώτη κι έφυγα με τέρμα τα γκάζια, καθώς ο τύπος της
Τροχαίας με κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια, ασάλευτος, με το
στόμα να χάσκει και με το μηχάνημα για τις κλήσεις στο χέρι.
Έβαλα πάλι όπισθεν, έτοιμος να το ξανακαρφώσω.
Μα δεν χρειαζόταν.
Μηδέν δεύτερα.
Βγήκα αργά απ’ τ’ αμάξι.
Κόσμος ούρλιαζε. Ορισμένοι περαστικοί. Άλλοι φωνές στο