Ο σάκος του φόνου - page 5

1
Π
ερίμενα έναν άντρα που σχεδίαζε να πεθάνει. Είχα παρκά-
ρει την παλιά
BMW X5
λίγο πριν από την είσοδο του σταθμού
κι έπινα έναν τριπλό εσπρέσο παρατηρώντας το πλήθος των
εργαζομένων που κατευθύνονταν βιαστικοί στις δουλειές τους.
Έπινα κι εγώ βιαστικά τον καφέ μου.
Θα έφτανε σύντομα.
Απόθεσα τρεις φωτογραφίες στο ταμπλό. Μία που έδειχνε τη
γυναίκα και την κόρη μου. Οι άλλες δύο έδειχναν τον άντρα που
σχεδίαζε να πεθάνει: μία φωτογραφία διαβατηρίου απ’ το Υπουρ-
γείο Εσωτερικών κι ένα στιγμιότυπο απ’ αυτά που λέγαμε «αρ-
παγμένα» από κάποια κάμερα ασφαλείας.
Έχωσα τη φωτογραφία των δικών μου στο πορτοφόλι μου κι
έβαλα το πορτοφόλι στην τσέπη του δερμάτινού μου. Έπειτα
κόλλησα με σελοτέιπ τις φωτογραφίες του άντρα που σχεδίαζε
να πεθάνει στο ταμπλό.
Και συνέχισα να παρατηρώ την κίνηση στον δρόμο.
Είχα παρκάρει στην αντίθετη κατεύθυνση από τον σταθμό,
ώστε να βλέπω τον πολυσύχναστο κεντρικό δρόμο. Το σκηνικό
ήταν λουσμένο σ’ ένα αχνό φθινοπωρινό φως που έμοιαζε με
ξέθωρη ανάμνηση του καλοκαιριού. Στα εκατό μέτρα, μια νεαρή
κοπέλα με ρούχα γυμναστηρίου χάζευε τη βιτρίνα ενός πρακτο-
ρείου Τύπου, μ’ ένα μεγάλο λυκόσκυλο να στέκει καρτερικά στο
πλευρό της, με το λουρί του χαλαρό και το ευφυές του βλέμμα
να την παρακολουθεί με προσοχή, καθ’ όλα εξοικειωμένο με το
πλήθος ολόγυρα.
«Ωραίο σκυλί» είπα.
1,2,3,4 6,7,8,9,10,11,12,13,14,15,...18
Powered by FlippingBook