ΕΚΑΤΌ ΧΡΌΝΙΑ ΚΥΡΙΑ ΝΤΑΛΌΓΌΥΕΙ ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΉ ΕΠΕΤΕΙΑΚΉ ΕΚΔΌΣΉ ΜΕ ΠΡΌΛΌΓΌ ΤΉΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΜΕΤΆΦΡΆΣΗ Κωνσταντίνα Τριανταφυλλοπούλου Κυρία Νταλογουέι Η
Πρώτη έκδοση Νοέμβριος 2005 Πρώτη έκδοση στην παρούσα μορφή Φεβρουάριος 2025 Τίτλος πρωτοτύπου Virginia Woolf, Mrs Dalloway, Vintage Σχεδιασμός εξωφύλλου Σαβίνα Χριστοπούλου Φιλολογική επιμέλεια Μάρω Ταυρή Διόρθωση τυπογραφικών δοκιμίων Κλαρίτα Τούσκου © 2005, Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (για την ελληνική γλώσσα) ISBN 978-618-03-4399-1 ΒOΗΘ. ΚΩΔ. ΜΗΧ/ΣΗΣ 84399 Κ.Ε.Π. 6412, Κ.Π. 21638 Το παρόν έργο πνευµατικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Nόµου (N. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήµερα) και τις διεθνείς συµβάσεις περί πνευµατικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε µέσο ή τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκµίσθωση ή δανεισµός, µετάφραση, διασκευή, αναµετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε µορφή (ηλεκτρονική, µηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκµετάλλευση του συνόλου ή µέρους του έργου. Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003500 metaixmio.gr • [email protected] Κεντρική διάθεση Ασκληπιού 18, 106 80 Αθήνα τηλ.: 210 3647433 Bιβλιοπωλεία ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ • Aσκληπιού 18, 106 80 Aθήνα τηλ.: 210 3647433 • Πολυχώρος, Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003580, fax: 211 3003581 Ξένη λογοτεχνία
Virginia Woolf Η ΚΥΡΙΑ ΝΤΑΛΟΓΟΥΕΪ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Κωνσταντίνα Τριανταφυλλοπούλου
H κυρία Nταλογουέι κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στα αγγλικά στις 14 Mαΐου 1925 από τον εκδοτικό οίκο Hogarth Press, ιδιοκτήτες του οποίου ήταν ο Λέοναρντ και η Βιρτζίνια Γουλφ.
Ee
13 Ηκυρία Νταλογουέι είπε πως θα τα αγοράσει η ίδια τα λουλούδια. Γιατί η Λούσι είχε δουλειές να κάνει. Οι πόρτες έπρεπε να βγουν απ’ τους µεντεσέδες· οι άντρες του Ραµπλµάγιερ θα έφταναν από στιγµή σε στιγµή. Κι έπειτα, σκέφτηκε η Κλαρίσα Νταλογουέι, τι όµορφο πρωινό – δροσερό, σαν δώρο προορισµένο για τα παιδιά στην ακρογιαλιά. Τι τρέλα! Τι βύθισµα! Γιατί έτσι της φαινόταν πάντα όταν, µ’ ένα ελαφρό τρίξιµο των µεντεσέδων, που το άκουγε ακόµα και τώρα, άνοιγε διάπλατα την µπαλκονόπορτα και βουτούσε στον αέρα της εξοχής στο Μπόρτον. Πόσο φρέσκος και γαλήνιος, πόσο πιο ασάλευτος απ’ αυτόν εδώ, φυσικά, ήταν ο αέρας νωρίς το πρωί· σαν παφλασµός στο κύµα· σαν φιλί από κύµα· ψυχρός και κοφτερός, αλλά και βαρύς, για το δεκαοχτάχρονο τότε κορίτσι, που ένιωθε, καθώς στεκόταν εκεί, στην ανοιχτή µπαλκονόπορτα, πως κάτι φοβερό θα συµβεί· κοιτούσε τα λουλούδια, τα δέντρα µε τα δαχτυλίδια της αχλής να ξεδιπλώνονται στις κορυφές τους και τις κουρούνες που µια ανέβαιναν ψηλά µια χαµήλωναν· στεκόταν και κοιτούσε, ώσπου είπε ο Πίτερ Γουόλς: «Στοχάζεσαι ανάµεσα στα λαχανικά;» –κάπως έτσι το είπε;– «Εγώ προτιµώ τους ανθρώπους απ’ τα κουνουπίδια» – κάπως έτσι; Πρέπει να το είπε στο πρόγευµα κάποιο πρωί, όταν εκείνη είχε βγει στη βεράντα – ο Πίτερ Γουόλς. Μια απ’ αυτές τις µέρες θα ερχόταν απ’ την Ινδία, τον Ιούνιο ή τον
VIRGINIA WOOLF 14 Ιούλιο, ξεχνούσε ποιον µήνα, γιατί τα γράµµατά του ήταν φοβερά βαρετά· θυµόσουν τις φράσεις του· τα µάτια του, τον σουγιά του, το χαµόγελό του, την παραξενιά του και, όταν εκατοµµύρια πράγµατα είχαν εξαφανιστεί εντελώς –τι περίεργο!–, µερικές φράσεις σαν αυτή για τα λάχανα. Καθηλώθηκε για λίγο στην άκρη του πεζοδροµίου περιµένοντας να περάσει το φορτηγάκι του Ντέρτνολ. Γοητευτική γυναίκα, σκέφτηκε ο Σκρόουπ Πέρβις (ξέροντάς την όπως ξέρει κανείς τους γείτονές του στο Γουέστµινστερ)· κάτι πάνω της θύµιζε πουλί, µια κίσσα, µπλε-πράσινη, ελαφριά, ζωηρή, παρόλο που είχε περάσει τα πενήντα κι είχε ασπρίσει πολύ µετά την αρρώστια της. Κοντοστάθηκε εκεί, χωρίς να τον βλέπει, περιµένοντας να περάσει, µε το κορµί στητό. Γιατί αν έχεις ζήσει στο Γουέστµινστερ –πόσα χρόνια τώρα; πάνω από είκοσι– νιώθεις ακόµα και µέσα στην κίνηση ή όταν ξυπνάς τη νύχτα, η Κλαρίσα ήταν σίγουρη γι’ αυτό, µια σιγαλιά ξεχωριστή ή µια σοβαρότητα· µια παύση δυσπερίγραπτη· µια αγωνία (αλλά µπορεί και να ’ταν η καρδιά της, που επηρεάστηκε, καθώς είπαν, απ’ τη γρίπη) προτού χτυπήσει το Μπιγκ Μπεν. Να το! Χτυπούσε. Στην αρχή µια προειδοποίηση, µελωδική· µετά η ώρα, αµετάκλητη. Οι µολυβένιοι κύκλοι διαλύθηκαν στον αέρα. Πόσο ανόητοι είµαστε, σκέφτηκε διασχίζοντας την οδό Βικτόρια. Γιατί ένας Θεός ξέρει γιατί την αγαπάµε τόσο, γιατί τη βλέπουµε έτσι, την πλάθουµε, τη χτίζουµε γύρω µας, τη σωριάζουµε, κάθε στιγµή τη δηµιουργούµε ξανά· αλλά κι οι πλέον άχαροι, οι πιο αποκαρδιωµένοι δυστυχισµένοι που
Η ΚΥΡΙΑ ΝΤΑΛΟΓΟΥΕΪ 15 κάθονται στα κατώφλια (και πίνουν τον ξεπεσµό τους) το ίδιο κάνουν· δεν µπορεί να ρυθµιστεί µε νόµους του κράτους, ήταν σίγουρη, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο: όλοι αγαπούν τη ζωή. Στα µάτια των ανθρώπων, στη φασαρία, στο βήµα το βαρύ και στο βήµα το αργόσυρτο· στη βοή και στον αναβρασµό· στις άµαξες, στα αυτοκίνητα, στα λεωφορεία, στα φορτηγά, στους άντρες µε τα διαφηµιστικά πλακάτ περασµένα στον λαιµό τους που έσερναν τα βήµατά τους και έστριβαν δεξιά αριστερά· στις ορχήστρες µε τα πνευστά· στις λατέρνες· στον θρίαµβο και στον ήχο τον µεταλλικό και στις παράξενες ψιλές νότες κάποιου αεροπλάνου εκεί ψηλά υπήρχαν όλα όσα αγαπούσε· η ζωή· το Λονδίνο· αυτή η στιγµή του Ιουνίου. Γιατί ήταν µέσα Ιουνίου. Ο Πόλεµος είχε τελειώσει, µε εξαίρεση για κάποιους σαν την κυρία Φόξκροφτ, που χτες το βράδυ στην Πρεσβεία σπάραζε η καρδιά της, επειδή είχε σκοτωθεί εκείνο το καλό αγόρι και τώρα το παλιό Μάνορ Χάουζ έπρεπε να περάσει στα χέρια ενός ξαδέρφου· ή τη λαίδη Μπέξµπερο που, όπως είπαν, εγκαινίασε µια φιλανθρωπική αγορά, έχοντας στο χέρι της το τηλεγράφηµα που έγραφε πως ο πολυαγαπηµένος της Τζον είχε σκοτωθεί· αλλά είχε τελειώσει· δόξα τω Θεώ – είχε τελειώσει. Ήταν Ιούνιος. Ο Βασιλιάς κι η Βασίλισσα βρίσκονταν στα Ανάκτορα. Και παντού, παρόλο που ήταν ακόµη τόσο νωρίς, ακούγονταν καµτσικιές και παροτρύνσεις, καλπασµός αλόγων, χτυπήµατα από µπαστούνια του κρίκετ· κρίκετ στο Λορντς, ιπποδροµίες στο Άσκοτ, ιστιοδροµίες στο Ρέινλο κι όλα τ’ άλλα· νεαροί περνούσαν σαν αστραπή, τυλιγµένοι
VIRGINIA WOOLF 16 στο απαλό δίχτυ του γκριζογάλανου πρωινού αέρα που, όσο προχωρούσε η µέρα, θα τους βοηθούσε να ηρεµήσουν, κι άφηναν στο γρασίδι τα ζωηρά άλογά τους για να ξεκουραστούν –αυτά χτυπούσαν τα µπροστινά τους πόδια στο έδαφος κι έπειτα τα τίναζαν ψηλά– και γελαστές κοπέλες µε διάφανες µουσελίνες, ακόµα και τώρα, ύστερα από µια ολόκληρη νύχτα µε χορό, πήγαιναν τα χαζά µαλλιαρά σκυλιά τους βόλτα· ακόµα και τώρα, αυτήν την ώρα, διακριτικές ηλικιωµένες αριστοκράτισσες έφευγαν βολίδα µε τ’ αυτοκίνητά τους για κάποιες µυστηριώδεις δουλειές· κι οι καταστηµατάρχες µε τις νευρικές κινήσεις πίσω απ’ τις βιτρίνες τους τακτοποιούσαν τα στρας και τα διαµάντια, τις υπέροχες τιρκουάζ καρφίτσες µε το παλιοµοδίτικο δέσιµο του δέκατου όγδοου αιώνα για να δελεάζονται οι Αµερικάνοι (αλλά έπρεπε να κάνει οικονοµίες, να µην αγοράζει πράγµατα για την Ελίζαµπεθ απερίσκεπτα) κι η ίδια επίσης, που τα αγαπούσε µ’ ένα πάθος παράλογο κι ακλόνητο, αφού ήταν κοµµάτι τους –η οικογένειά της ήταν κάποτε αυλικοί στον οίκο του Ανόβερου–, κι εκείνη θα άστραφτε απόψε και θα λαµποκοπούσε· θα έδινε τη δεξίωσή της. Πόσο περίεργη η σιγαλιά µόλις µπήκε στο Σεντ Τζέιµς Παρκ· η αχλή, το βουητό, οι χαρούµενες πάπιες που κολυµπούσαν νωχελικά, τα φουσκωτά πουλιά µε το λικνιστό βάδισµα· και ποιος άλλος θα µπορούσε να έρχεται –τα υπουργεία διαγράφονταν πίσω του, τι κατάλληλο φόντο–, κουβαλώντας έναν χαρτοφύλακα µε το βασιλικό οικόσηµο, ποιος άλλος απ’ τον Χιου Γουίτµπρεντ· τον παλιό της φίλο τον Χιου – τον αξιοθαύµαστο Χιου!
Η ΚΥΡΙΑ ΝΤΑΛΟΓΟΥΕΪ 17 «Καλή σου µέρα, Κλαρίσα!» είπε ο Χιου µε κάπως υπερβολικό τρόπο, γιατί γνωρίζονταν από παιδιά. «Για πού το ’βαλες;» «Λατρεύω να περπατάω στο Λονδίνο» είπε η κυρία Νταλογουέι. «Πραγµατικά, είναι καλύτερα απ’ την εξοχή». Μόλις είχαν φτάσει –δυστυχώς– για να επισκεφτούν γιατρούς. Κάποιοι έρχονταν για να δουν κινηµατογράφο· άλλοι για να πάνε στην όπερα· άλλοι για να βγάλουν έξω τις κόρες τους· οι Γουίτµπρεντ έρχονταν «για να δουν γιατρούς». Αµέτρητες φορές είχε επισκεφτεί η Κλαρίσα την Ίβλιν Γουίτµπρεντ στην κλινική. Είναι πάλι άρρωστη η Ίβλιν; Η Ίβλιν είναι αδιάθετη, είπε ο Χιου, κάνοντας νύξη µε κάποιο σούφρωµα των χειλιών ή µ’ ένα φούσκωµα του καλά καλυµµένου, αρρενωπού, εξαιρετικά όµορφου, τέλεια στολισµένου κορµιού του (πάντοτε ήταν υπερβολικά καλοντυµένος, αλλά προφανώς έπρεπε να είναι, λόγω της θεσούλας του στα Ανάκτορα) ότι η γυναίκα του είχε κάποια εσωτερική ενόχληση, τίποτε σηµαντικό, την οποία η Κλαρίσα Νταλογουέι, µε την ιδιότητα της παλιάς φίλης, µπορούσε να καταλάβει επαρκώς χωρίς να του ζητά να την προσδιορίσει. Α, βέβαια, καταλαβαίνει· τι ταλαιπωρία· κατακλύστηκε από συναισθήµατα αδελφικά ενώ ταυτόχρονα ένιωθε περίεργα για το καπέλο της. Δεν ήταν το κατάλληλο καπέλο για τόσο νωρίς το πρωί, αυτό έφταιγε; Γιατί ο Χιου την έκανε πάντοτε να αισθάνεται έτσι, όπως τώρα που ήρθε προς το µέρος της φουριόζος, σηκώνοντας το καπέλο του κάπως εξεζητηµένα και διαβεβαιώνοντάς την ότι µοιάζει µε δεκαοχτάχρονο κορίτσι, και πως και βέβαια θα έρθει στη δεξίωσή της
VIRGINIA WOOLF 18 απόψε, η Ίβλιν ήταν κατηγορηµατική, µόνο που µπορεί ν’ αργήσει λίγο γιατί πρέπει να συνοδεύσει έναν αξιωµατούχο στη δεξίωση των Ανακτόρων – ένιωθε πάντα κάπως ανεπαρκής δίπλα στον Χιου· σαν µαθήτρια· αλλά ένιωθε συνδεδεµένη µαζί του, γιατί τον ήξερε τόσα χρόνια, αλλά και γιατί πράγµατι θεωρούσε ότι ήταν καλός τύπος, µε τον τρόπο του, παρόλο που τον Ρίτσαρντ τον εξόργιζε· όσο για τον Πίτερ Γουόλς, ποτέ µέχρι σήµερα δεν τη συγχώρεσε που τον συµπαθούσε. Ήρθαν στο µυαλό της η µια σκηνή µετά την άλλη στο Μπόρτον – ο Πίτερ έξαλλος· ο Χιου δεν τον έφτανε ούτε στο µικρό του νυχάκι, φυσικά, από καµία άποψη, παρ’ όλα αυτά δεν ήταν πανηλίθιος, όπως υποστήριζε ο Πίτερ· δεν ήταν ελαφρόµυαλος. Όταν η ηλικιωµένη µητέρα του του ζήτησε να σταµατήσει το κυνήγι ή ήθελε να την πάει στο Μπαθ, αυτός το έκανε χωρίς αντίρρηση· δεν είχε ίχνος εγωισµού, και το να πεις, όπως έλεγε ο Πίτερ, ότι ούτε καρδιά έχει ούτε µυαλό, ότι δεν έχει τίποτε άλλο εκτός απ’ τους τρόπους και την ανατροφή ενός άγγλου τζέντλεµαν, αυτό ήταν απλώς και µόνο ο αγαπηµένος της Πίτερ στη χειρότερή του διάθεση· και µπορούσε να γίνει αφόρητος· µπορούσε να γίνει ανυπόφορος· αλλά ήταν αξιολάτρευτος όταν περπατούσες µαζί του ένα πρωινό σαν κι αυτό. (Ο Ιούνιος είχε κάνει όλα τα δέντρα να γεμίσουν με φύλλα. Στο Πίµλικο οι µαµάδες θήλαζαν τα παιδιά τους. Μηνύµατα µεταφέρονταν απ’ το ποτάµι στο Υπουργείο Ναυτικών. Η οδός Άρλινγκτον κι η Πικαντίλι έδιναν την εντύπωση ότι ζέσταιναν τον αέρα του πάρκου και ξεσήκωναν
Η ΚΥΡΙΑ ΝΤΑΛΟΓΟΥΕΪ 19 τα φύλλα του µε θέρµη, µε σπιρτάδα, στα κύµατα εκείνης της εξαίσιας ζωτικότητας που αγαπούσε η Κλαρίσα. Χορό, ιππασία, τα λάτρευε όλα αυτά.) Γιατί µπορεί να έκαναν αιώνες να ιδωθούν εκείνη κι ο Πίτερ· εκείνη δεν του έγραψε ποτέ και τα δικά του γράµµατα ήταν φύλλα ξερά· αλλά ξαφνικά της ερχόταν η ιδέα: Αν ήταν µαζί µου τώρα τι θα έλεγε; – κάποιες µέρες, κάποιες εικόνες τής τον ξανάφερναν στον νου µε ηρεµία, χωρίς την παλιά πικρία· ίσως αυτή ήταν η ανταµοιβή της που ενδιαφερόταν για τους ανθρώπους· ξανάρχονταν στο µυαλό της στη µέση του Σεντ Τζέιµς Παρκ ένα υπέροχο πρωινό – πραγµατικά ξανάρχονταν. Αλλά ο Πίτερ –όσο όµορφη κι αν ήταν η µέρα, τα λουλούδια, το χορτάρι και το κοριτσάκι που ήταν ντυµένο στα ροζ– ο Πίτερ δεν έβλεπε τίποτε απ’ όλα αυτά. Θα φορούσε τα γυαλιά του, αν του το έλεγε εκείνη· θα κοιτούσε. Αλλά αυτό που τον ενδιέφερε ήταν η κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο κόσµος· ο Βάγκνερ, η ποίηση του Πόουπ, ο χαρακτήρας των ανθρώπων και, πάντοτε, τα ελαττώµατα της δικής της ψυχής. Πώς την επέπληττε! Πώς µάλωναν! Θα παντρευτεί Πρωθυπουργό και θα στέκεται στην κορυφή της σκάλας· η τέλεια οικοδέσποινα, έτσι την είχε χαρακτηρίσει (είχε κλάψει γι’ αυτό στην κρεβατοκάµαρά της), έχει τα προσόντα της τέλειας οικοδέσποινας, είχε πει εκείνος. Έτσι βρισκόταν πάλι στο Σεντ Τζέιµς Παρκ διχογνωµώντας, διαπιστώνοντας για µια ακόµα φορά πως είχε δίκιο –τόσο, µα τόσο δίκιο– που δεν τον παντρεύτηκε. Γιατί στον γάµο πρέπει να υπάρχει κάποιο περιθώριο, λίγη ελευθερία
VIRGINIA WOOLF 20 ανάµεσα στους ανθρώπους που ζουν µαζί στο ίδιο σπίτι, µέρα µπαίνει, µέρα βγαίνει· αυτά της τα πρόσφερε ο Ρίτσαρντ, το ίδιο κι εκείνη σ’ αυτόν. (Πού βρισκόταν σήµερα το πρωί, για παράδειγµα; Σε κάποια επιτροπή, ποτέ δεν ρωτούσε σε ποια.) Αλλά µε τον Πίτερ έπρεπε όλα να είναι µοιρασµένα· να συζητιούνται όλα. Ήταν αφόρητο, κι όταν έγινε εκείνη η σκηνή δίπλα στο σιντριβάνι στον κηπάκο, αναγκάστηκε να διακόψει µαζί του, διαφορετικά θα διαλύονταν, θα καταστρέφονταν κι οι δυο τους, ήταν πεπεισµένη· παρόλο που κουβαλούσε µέσα της για χρόνια τη θλίψη, την οδύνη, σαν βέλος µπηγµένο στην καρδιά της· κι έπειτα ο τρόµος της στιγµής που κάποιος σε µια συναυλία τής είπε ότι παντρεύτηκε µια γυναίκα που είχε συναντήσει στο πλοίο στο ταξίδι του προς την Ινδία! Ποτέ δεν έπρεπε να τα ξεχάσει όλα αυτά! Ψυχρή, άκαρδη, σεµνότυφη, έτσι την αποκάλεσε. Ποτέ της δεν µπόρεσε να καταλάβει µε ποιον τρόπο αγαπούσε εκείνος. Αλλά οι Ινδές προφανώς καταλάβαιναν – ανόητες, χαριτωµένες, ανάλαφρα απλοϊκές. Και ήταν ανώφελος ο οίκτος της. Γιατί είναι πολύ ευτυχισµένος, την είχε διαβεβαιώσει – απόλυτα ευτυχισµένος, παρόλο που δεν είχε κάνει ούτε ένα απ’ τα πράγµατα για τα οποία µιλούσαν· ολόκληρη η ζωή του ήταν µια αποτυχία. Ακόµη την έκανε να θυµώνει αυτό. Είχε φτάσει στην πύλη του πάρκου. Κοντοστάθηκε για µια στιγµή κοιτάζοντας τα λεωφορεία στην οδό Πικαντίλι. Δεν θα έλεγε για κανέναν στον κόσµο τώρα ότι ήταν έτσι ή αλλιώς. Ένιωθε πολύ νέα· και ταυτόχρονα ανείπωτα γερασµένη. Περνούσε κοφτερή σαν µαχαίρι µέσα απ’ όλα και
Η ΚΥΡΙΑ ΝΤΑΛΟΓΟΥΕΪ 21 την ίδια ώρα ήταν έξω απ’ αυτά και παρατηρούσε. Είχε µονίµως την εντύπωση, καθώς έβλεπε τα ταξί που περνούσαν, ότι βρισκόταν σε απόσταση, έξω, έξω, µακριά στη θάλασσα και µόνη της· είχε πάντοτε την εντύπωση πως ήταν πολύ, µα πολύ επικίνδυνο να ζεις έστω και µια µέρα. Όχι πως θεωρούσε ότι ήταν έξυπνη ή ότι ξεχώριζε απ’ τους κοινούς θνητούς. Πώς τα κατάφερε να τα βγάλει πέρα στη ζωή της µε τις λιγοστές γνώσεις που τους είχε δώσει η φροϊλάιν Ντάνιελς, δεν το καταλάβαινε. Δεν ήξερε τίποτε· ούτε κάποια γλώσσα ούτε ιστορία· σπάνια διάβαζε βιβλίο πια, εκτός από αποµνηµονεύµατα στο κρεβάτι· κι όµως όλα αυτά την απορροφούσαν εντελώς· όλα αυτά· τα ταξί που περνούσαν· και δεν θα έλεγε για τον Πίτερ, δεν θα έλεγε για τον εαυτό της είµαι αυτό, είµαι εκείνο. Το µοναδικό της χάρισµα ήταν ότι καταλάβαινε τους ανθρώπους σχεδόν από ένστικτο, σκέφτηκε συνεχίζοντας να περπατάει. Αν την έβαζες σ’ ένα δωµάτιο µε κάποιον, η πλάτη της κυρτωνόταν σαν της γάτας· ή γουργούριζε. Το Ντεβονσάιρ Χάουζ, το Μπαθ Χάουζ, το κατάστηµα µε τα πορσελάνινα εξωτικά πουλιά, όλα τα είχε δει φωταγωγηµένα κάποτε· και θυµήθηκε τη Σίλβια, τον Φρεντ, τη Σάλι Σίτον – αυτό το πλήθος ανθρώπων· τους χορούς που κρατούσαν όλη τη νύχτα· τα φορτηγά που περνούσαν αγκοµαχώντας για να πάνε στην αγορά· που διέσχιζαν µε το αυτοκίνητο το Πάρκο επιστρέφοντας στο σπίτι. Θυµήθηκε που κάποτε πέταξε ένα σελίνι στη Σερπεντάιν, τη λιµνούλα του Χάιντ Παρκ. Αλλά όλοι είχαν αναµνήσεις· εκείνη αγαπούσε αυτό, ό,τι είχε εδώ, τώρα, µπροστά της· τη χοντρή κυρία
VIRGINIA WOOLF 22 στο ταξί. Είχε καµία σηµασία, λοιπόν, αναρωτήθηκε περπατώντας προς την οδό Μποντ, είχε σηµασία που µοιραία θα έπαυε να υπάρχει; Που όλα αυτά θα έπρεπε να συνεχιστούν χωρίς αυτήν; Πόσο της κακοφαινόταν αυτό· ή µήπως δεν ήταν ανακουφιστικό να πιστεύει ότι µε τον θάνατο τελειώνουν τα πάντα; Αλλά ότι µε κάποιον τρόπο στους δρόµους του Λονδίνου, στην παλίρροια των πραγµάτων, εδώ, εκεί, αυτή εξακολουθούσε να υπάρχει, ο Πίτερ εξακολουθούσε να υπάρχει, ζούσαν ο ένας µέσα στον άλλον, αυτή ήταν κοµµάτι, ήταν βέβαιη, των δέντρων της πόλης· του σπιτιού εκεί πέρα, εκείνου του άσχηµου σπιτιού που κατέρρεε· κοµµάτι των ανθρώπων που δεν είχε συναντήσει ποτέ· απλωµένη σαν αχλή ανάµεσα στους ανθρώπους που γνώριζε καλύτερα, κι αυτοί τη σήκωναν στα κλαριά τους, όπως είχε δει τα δέντρα να σηκώνουν την αχλή, µόνο που έτσι εκτεινόταν τόσο µακριά η ζωή της, η ίδια. Αλλά τι ονειρευόταν την ώρα που κοιτούσε τη βιτρίνα του Χάτσαρντς; Τι προσπαθούσε να επαναφέρει στη µνήµη της; Ποια εικόνα λευκής αυγής στην εξοχή, καθώς διάβαζε στο ανοιχτό βιβλίο: Δε φοβάσαι ζέστη πια ούτε λύσσα χειµωνιάς*. Αυτή η τελευταία εποχή που βίωσε ο κόσµος είχε γεννήσει σ’ όλους τους, όλους τους άντρες κι όλες τις γυναίκες, ένα ποτάµι δάκρυα. Δάκρυα και λύπες· κουράγιο και * Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Κυμβελίνος, μτφρ. Β. Ρώτας-Β.Δαμιανάκου, εκδ. Επικαιρότητα.
Η ΚΥΡΙΑ ΝΤΑΛΟΓΟΥΕΪ 23 καρτερικότητα· συµπεριφορά απόλυτα έντιµη και στωική. Μπορούσε να σκεφτεί κανείς, για παράδειγµα, τη γυναίκα που θαύµαζε περισσότερο απ’ οποιονδήποτε άλλον, τη λαίδη Μπέξµπερο, να κάνει τα εγκαίνια της φιλανθρωπικής αγοράς. Υπήρχαν Οι εκδροµές και τα γλέντια του αξιότιµου Τζόροκ· το Σφουγγάρι µε τις σαπουνάδες, τα Αποµνηµονεύµατα της κυρίας Άσκουιθ και το Κυνήγι θηραµάτων στη Νιγηρία, όλα ανοιχτά. Υπήρχαν τόσα, µα τόσα βιβλία· αλλά κανένα δεν της φαινόταν κατάλληλο να το πάει στην κλινική, στην Ίβλιν Γουίτµπρεντ. Δεν υπήρχε τίποτε να την κάνει να διασκεδάσει, τίποτε που να µπορεί να κάνει αυτήν την απερίγραπτα µαραµένη γυναικούλα ν’ αποκτήσει, όταν θα έµπαινε η Κλαρίσα στο δωµάτιό της, όψη εγκάρδια για µια στιγµή, προτού βολευτούν κι αρχίσουν τη συνηθισµένη ατέρµονη συζήτηση για τις ασθένειες των γυναικών. Πόσο το ήθελε – να δείχνουν οι άνθρωποι ευχαριστηµένοι την ώρα που µπαίνει, σκέφτηκε η Κλαρίσα που έστριψε ξανά προς την οδό Μποντ, ενοχληµένη, επειδή ήταν ανόητο να κάνεις πράγματα για άλλους λόγους. Θα προτιµούσε να είναι σαν τους ανθρώπους, σαν τον Ρίτσαρντ, που έκαναν πράγµατα για χάρη των ίδιων των πραγµάτων, ενώ εκείνη, σκέφτηκε περιµένοντας να διασχίσει τον δρόµο, τις µισές φορές δεν έκανε πράγµατα µε τρόπο απλό, για τα ίδια τα πράγµατα· αλλά για να κάνει τους ανθρώπους να σκεφτούν το ένα ή το άλλο· τέλεια ηλιθιότητα, το ήξερε (τώρα ο τροχονόµος ύψωσε το χέρι του), γιατί κανείς δεν ζει δυο φορές. Ω, να µπορούσε να ξαναρχίσει τη ζωή της απ’ την αρχή! σκέφτηκε
VIRGINIA WOOLF 24 φτάνοντας στο πεζοδρόµιο, ακόµα κι η εµφάνισή της θα ήταν διαφορετική! Πρώτα πρώτα θα ήταν µελαχρινή σαν τη λαίδη Μπέξµπερο, µε δέρµα ζαρωµένο και όµορφα µάτια. Θα ήταν, σαν τη λαίδη Μπέξµπερο, αργή κι αρχοντική· αρκετά ψηλή και γεροδεµένη· θα ενδιαφερόταν για την πολιτική σαν άντρας· µε σπίτι στην εξοχή· πολύ αξιοπρεπής, πολύ ειλικρινής. Αντίθετα, τώρα ήταν λεπτή σαν οδοντογλυφίδα· είχε ένα γελοίο προσωπάκι µε µύτη σαν ράµφος πουλιού. Ότι κρατιόταν καλά ήταν αλήθεια· και είχε ωραία χέρια και πόδια· και ντυνόταν όμορφα, δεδοµένου µάλιστα ότι ξόδευε λίγα. Αλλά συχνά πια αυτό το κορµί (σταµάτησε να κοιτάξει έναν ολλανδικό πίνακα), το κορµί της µε όλες του τις δυνατότητες, φαινόταν να µην είναι τίποτε – τίποτε απολύτως. Είχε την παράξενη εντύπωση πως ήταν αόρατη· αθέατη· άγνωστη· δεν θα υπήρχε άλλος γάµος, δεν θα έκανε άλλα παιδιά, υπήρχε µόνο αυτή η εντυπωσιακή κι αρκετά σοβαρή πορεία µε τους υπόλοιπους ανθρώπους καθώς ανηφόριζαν την οδό Μποντ, κι αυτή ήταν η κυρία Νταλογουέι· ούτε καν η Κλαρίσα πια· αυτή ήταν η κυρία Ρίτσαρντ Νταλογουέι. Τη µάγευε η οδός Μποντ· η οδός Μποντ νωρίς το πρωί αυτήν την εποχή· µε τις σηµαίες της που ανέµιζαν· τα καταστήµατά της· χωρίς κάτι εντυπωσιακό· τίποτε λαµπερό· ένα τόπι τουίντ ύφασµα στο µαγαζί απ’ όπου ο πατέρας της αγόραζε τα κοστούµια του επί πενήντα χρόνια· λίγα µαργαριτάρια· σολοµός στον πάγο. «Αυτό είν’ όλο» είπε κοιτάζοντας το µαγαζί του ψαρά. «Αυτό είν’ όλο» επανέλαβε, σταµατώντας για ένα λεπτό στη
Η ΚΥΡΙΑ ΝΤΑΛΟΓΟΥΕΪ 25 βιτρίνα ενός καταστήµατος απ’ όπου πριν από τον Πόλεµο µπορούσες να αγοράσεις σχεδόν τέλεια γάντια. Ο γερο-θείος της ο Γουίλιαµ συνήθιζε να λέει πως καταλαβαίνεις µια κυρία απ’ τα παπούτσια και τα γάντια της. Είχε πεθάνει στο κρεβάτι του ένα πρωί στη µέση του Πολέµου. Είχε πει: «Φτάνει ως εδώ». Γάντια και παπούτσια· είχε πάθος µε τα γάντια· αλλά η ίδια της η κόρη, η Ελίζαµπεθ, δεν έδινε δεκάρα τσακιστή, ούτε για το ένα ούτε για το άλλο. Δεκάρα τσακιστή, σκέφτηκε, ανηφορίζοντας την οδό Μποντ µέχρι το κατάστηµα που της κρατούσε λουλούδια όταν έκανε δεξίωση. Η Ελίζαµπεθ πάνω απ’ όλα ενδιαφερόταν για τον σκύλο της. Όλο το σπίτι µύριζε κατράµι σήµερα το πρωί. Ωστόσο, καλύτερα ο φτωχούλης ο Γκριζλ παρά η δεσποινίς Κίλµαν· καλύτερα αδιαθεσίες σκύλων και κατράµι κι όλα τα υπόλοιπα παρά να κάθεται κλεισµένη σ’ ένα πνιγηρό δωµάτιο µε το προσευχητάρι στα χέρια. Προτιµότερο οτιδήποτε άλλο, ήταν έτοιµη να πει. Αλλά µπορεί να είναι µια φάση µόνο, όπως είπε ο Ρίτσαρντ, απ’ αυτές τις φάσεις που περνάνε τα κορίτσια. Μπορεί να είναι ερωτευµένη. Αλλά γιατί µε τη δεσποινίδα Κίλµαν; Η οποία πέρασε πολλά, φυσικά· αυτό πρέπει να το λάβει κανείς υπόψη του, κι ο Ρίτσαρντ είπε πως είναι πολύ ικανή, έχει σωστό µυαλό ιστορικού. Εν πάση περιπτώσει ήταν αχώριστες, κι η Ελίζαµπεθ, η δική της η κόρη, πήγε στη Θεία Κοινωνία· και πώς ντυνόταν, πώς αντιµετώπιζε τους ανθρώπους που γευµάτιζαν µαζί τους δεν την ένοιαζε καθόλου. Από την εµπειρία της πίστευε ότι η θρησκευτική έκσταση κάνει τους ανθρώπους άσπλαχνους (το ίδιο κι οι αγώνες)· αµβλύνει τα
VIRGINIA WOOLF 26 συναισθήµατά τους, γιατί η κυρία Κίλµαν θα έκανε τα πάντα για τους Ρώσους, θα πέθαινε απ’ την πείνα για τους Αυστριακούς, αλλά στον εαυτό της επέβαλλε βάσανα κι αυτό το θεωρούσε καλό, τόσο αναίσθητη ήταν, πάντα ντυµένη µ’ αυτό το πράσινο αδιάβροχο. Χρόνος έµπαινε, χρόνος έβγαινε, εκείνη φορούσε το ίδιο αδιάβροχο· ίδρωνε· δεν υπήρχε περίπτωση να είσαι στο ίδιο δωµάτιο μαζί της για πέντε λεπτά και να µην σε κάνει να νιώσεις την ανωτερότητά της, τη δική σου κατωτερότητα· πόσο φτωχή ήταν· πόσο πλούσιος ήσουν εσύ· πως ζούσε σε µια τρώγλη χωρίς µαξιλάρι ή κρεβάτι ή χαλάκι ή οτιδήποτε άλλο, ότι η ψυχή της σκούριαζε από εκείνη την αδικία που είχε καρφωθεί µέσα της, την απόλυσή της απ’ το σχολείο στη διάρκεια του Πολέµου – φτωχό, πικραµένο, δυστυχισµένο πλάσµα! Γιατί δεν σιχαινόσουν την ίδια, αλλά την ιδέα της, που αναµφίβολα είχε συγκεντρώσει στοιχεία που δεν ανήκαν στην ίδια τη δεσποινίδα Κίλµαν· είχε γίνει ένα από κείνα τα φαντάσµατα που παλεύεις τη νύχτα· ένα από κείνα τα φαντάσµατα που µας καβαλικεύουν, κυρίαρχα και τυραννικά, και µας πίνουν το αίµα· γιατί, δίχως αµφιβολία, αν ριχνόταν πάλι το ζάρι, αν δέσποζε το µαύρο κι όχι το άσπρο, θα την αγαπούσε τη δεσποινίδα Κίλµαν! Αλλά όχι σ’ αυτόν τον κόσµο. Όχι. Την τριβέλιζε όµως που αναδευόταν µέσα της αυτό το κτηνώδες τέρας! που άκουγε κλαράκια να σπάνε κι ένιωθε οπλές να χώνονται στα βάθη εκείνου του πυκνόφυλλου δάσους, της ψυχής της· που δεν ήταν ποτέ αρκετά ικανοποιηµένη ή αρκετά σίγουρη, επειδή ανά πάσα στιγµή θ’ ανα-
Η ΚΥΡΙΑ ΝΤΑΛΟΓΟΥΕΪ 27 δευόταν το κτήνος, αυτή η έχθρα που, ιδίως µετά την αρρώστια της, είχε τη δύναµη να την κάνει να νιώθει ένα γδάρσιµο, µια πληγή στη ραχοκοκαλιά της· της προξενούσε σωµατικό πόνο κι έκανε όλη τη χαρά της οµορφιάς, της φιλίας, της ευηµερίας, της αγάπης που την περιέβαλλε, της φροντίδας να είναι το σπίτι της ένας βράχος ευχάριστος, να τρέµει και να κλονίζεται, σαν να υπήρχε πράγµατι ένα κτήνος που σκάλιζε τις ρίζες του, σαν να µην ήταν ολόκληρη η πανοπλία της ικανοποίησης τίποτε άλλο από φιλαυτία! Αυτή η έχθρα! Ανοησίες, ανοησίες! φώναξε στον εαυτό της, διασχίζοντας το κατώφλι του ανθοπωλείου Μάλµπερις. Προχώρησε, ελαφριά, ψηλή, ευθυτενής, κι αµέσως την υποδέχτηκε η φεγγαροπρόσωπη δεσποινίς Πιµ, που είχε χέρια πάντα κατακόκκινα, σαν να τα κρατούσε στο κρύο νερό µαζί µε τα λουλούδια. Να τα λουλούδια: κρίνοι, µοσχοµπίζελα, µάτσα πασχαλιές· και γαρίφαλα, άπειρα γαρίφαλα. Υπήρχαν τριαντάφυλλα· υπήρχαν ίριδες. Ω, ναι – µε µια βαθιά ανάσα τα ρουθούνια της πληµµύρισαν µε τις γλυκές µυρωδιές του κήπου, καθώς στεκόταν και µιλούσε µε τη δεσποινίδα Πιµ, η οποία όφειλε να τη βοηθήσει και την οποία θεωρούσε ευγενική, γιατί ευγενική ήταν εδώ και χρόνια· πολύ ευγενική, αλλά έδειχνε γερασµένη φέτος, σκέφτηκε η Κλαρίσα καθώς έστριβε το κεφάλι της δεξιά κι αριστερά ανάµεσα στις ίριδες και στα τριαντάφυλλα και στις χαµηλοβλεπούσες πασχαλιές, µε τα µάτια της µισόκλειστα, και εισέπνεε βαθιά, µετά τη φασαρία του δρόµου, την απολαυστική µυρω-
VIRGINIA WOOLF 28 διά, την εξαίσια δροσιά. Και µετά, όταν άνοιξε τα µάτια της, πόσο φρέσκα φαίνονταν τα τριαντάφυλλα, σαν δαντελωτά ασπρόρουχα φρεσκοπλυµένα και βαλµένα σε ψάθινα καλάθια· πόσο σκούρα και σεµνά τα κόκκινα γαρίφαλα που κρατούσαν τα κεφάλια τους ψηλά· κι όλα τα µοσχοµπίζελα απλωµένα στις γυάλες τους, βιολετιά, πάλλευκα, υπόλευκα – σαν να είχε φτάσει το βράδυ και να είχαν βγει οι κοπέλες µε τις µουσελίνες να µαζέψουν µοσχοµπίζελα και τριαντάφυλλα, αφού η υπέροχη καλοκαιρινή µέρα, µε τον σκούρο µπλε ουρανό της, τα τριαντάφυλλά της, τα κρίνα της, είχε φτάσει στο τέλος της· ήταν µεταξύ έξι και επτά, ώρα που κάθε λουλούδι –τα τριαντάφυλλα, τα γαρίφαλα, οι ίριδες, οι πασχαλιές– φεγγοβολά· λευκό, βιολετί, κόκκινο, βαθύ πορτοκαλί· όλα τα λουλούδια µοιάζουν να φλέγονται µόνα τους, απαλά, αγνά, στα θαµποφωτισµένα παρτέρια· και πώς αγαπούσε τα αχνόγκριζα πεταλουδάκια που µπαινόβγαιναν και στριφογύριζαν πάνω απ’ την κερασόπιτα, πάνω απ’ τις πριµούλες το βράδυ! Και καθώς πήγαινε µαζί µε τη δεσποινίδα Πιµ από βάζο σε βάζο για να διαλέξει, ανοησίες, ανοησίες, έλεγε στον εαυτό της, όλο και πιο ήπια, λες και αυτή η οµορφιά, αυτό το άρωµα, αυτό το χρώµα κι η δεσποινίς Πιµ, που τη συµπαθούσε, που την εµπιστευόταν, ήταν ένα κύµα που η ίδια άφηνε να κυλήσει πάνω της και να νικήσει αυτήν την έχθρα, αυτό το τέρας, να τα νικήσει όλα· και τη σήκωνε ψηλά, ακόµα πιο ψηλά, όταν – ωχ! µια πιστολιά ακούστηκε έξω στον δρόµο! «Θεέ µου, αυτά τα αυτοκίνητα» είπε η δεσποινίς Πιµ και,
Η ΚΥΡΙΑ ΝΤΑΛΟΓΟΥΕΪ 29 αφού πήγε στη βιτρίνα να κοιτάξει, γύρισε χαµογελώντας απολογητικά, µε τα χέρια της γεµάτα µοσχοµπίζελα, σαν να ήταν όλα εκείνα τα αυτοκίνητα, εκείνα τα λάστιχα των αυτοκινήτων, δικό της λάθος.
www.metaixmio.grRkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=