Η ΚΥΡΙΑ ΝΤΑΛΟΓΟΥΕΪ 15 κάθονται στα κατώφλια (και πίνουν τον ξεπεσµό τους) το ίδιο κάνουν· δεν µπορεί να ρυθµιστεί µε νόµους του κράτους, ήταν σίγουρη, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο: όλοι αγαπούν τη ζωή. Στα µάτια των ανθρώπων, στη φασαρία, στο βήµα το βαρύ και στο βήµα το αργόσυρτο· στη βοή και στον αναβρασµό· στις άµαξες, στα αυτοκίνητα, στα λεωφορεία, στα φορτηγά, στους άντρες µε τα διαφηµιστικά πλακάτ περασµένα στον λαιµό τους που έσερναν τα βήµατά τους και έστριβαν δεξιά αριστερά· στις ορχήστρες µε τα πνευστά· στις λατέρνες· στον θρίαµβο και στον ήχο τον µεταλλικό και στις παράξενες ψιλές νότες κάποιου αεροπλάνου εκεί ψηλά υπήρχαν όλα όσα αγαπούσε· η ζωή· το Λονδίνο· αυτή η στιγµή του Ιουνίου. Γιατί ήταν µέσα Ιουνίου. Ο Πόλεµος είχε τελειώσει, µε εξαίρεση για κάποιους σαν την κυρία Φόξκροφτ, που χτες το βράδυ στην Πρεσβεία σπάραζε η καρδιά της, επειδή είχε σκοτωθεί εκείνο το καλό αγόρι και τώρα το παλιό Μάνορ Χάουζ έπρεπε να περάσει στα χέρια ενός ξαδέρφου· ή τη λαίδη Μπέξµπερο που, όπως είπαν, εγκαινίασε µια φιλανθρωπική αγορά, έχοντας στο χέρι της το τηλεγράφηµα που έγραφε πως ο πολυαγαπηµένος της Τζον είχε σκοτωθεί· αλλά είχε τελειώσει· δόξα τω Θεώ – είχε τελειώσει. Ήταν Ιούνιος. Ο Βασιλιάς κι η Βασίλισσα βρίσκονταν στα Ανάκτορα. Και παντού, παρόλο που ήταν ακόµη τόσο νωρίς, ακούγονταν καµτσικιές και παροτρύνσεις, καλπασµός αλόγων, χτυπήµατα από µπαστούνια του κρίκετ· κρίκετ στο Λορντς, ιπποδροµίες στο Άσκοτ, ιστιοδροµίες στο Ρέινλο κι όλα τ’ άλλα· νεαροί περνούσαν σαν αστραπή, τυλιγµένοι
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=