VIRGINIA WOOLF 16 στο απαλό δίχτυ του γκριζογάλανου πρωινού αέρα που, όσο προχωρούσε η µέρα, θα τους βοηθούσε να ηρεµήσουν, κι άφηναν στο γρασίδι τα ζωηρά άλογά τους για να ξεκουραστούν –αυτά χτυπούσαν τα µπροστινά τους πόδια στο έδαφος κι έπειτα τα τίναζαν ψηλά– και γελαστές κοπέλες µε διάφανες µουσελίνες, ακόµα και τώρα, ύστερα από µια ολόκληρη νύχτα µε χορό, πήγαιναν τα χαζά µαλλιαρά σκυλιά τους βόλτα· ακόµα και τώρα, αυτήν την ώρα, διακριτικές ηλικιωµένες αριστοκράτισσες έφευγαν βολίδα µε τ’ αυτοκίνητά τους για κάποιες µυστηριώδεις δουλειές· κι οι καταστηµατάρχες µε τις νευρικές κινήσεις πίσω απ’ τις βιτρίνες τους τακτοποιούσαν τα στρας και τα διαµάντια, τις υπέροχες τιρκουάζ καρφίτσες µε το παλιοµοδίτικο δέσιµο του δέκατου όγδοου αιώνα για να δελεάζονται οι Αµερικάνοι (αλλά έπρεπε να κάνει οικονοµίες, να µην αγοράζει πράγµατα για την Ελίζαµπεθ απερίσκεπτα) κι η ίδια επίσης, που τα αγαπούσε µ’ ένα πάθος παράλογο κι ακλόνητο, αφού ήταν κοµµάτι τους –η οικογένειά της ήταν κάποτε αυλικοί στον οίκο του Ανόβερου–, κι εκείνη θα άστραφτε απόψε και θα λαµποκοπούσε· θα έδινε τη δεξίωσή της. Πόσο περίεργη η σιγαλιά µόλις µπήκε στο Σεντ Τζέιµς Παρκ· η αχλή, το βουητό, οι χαρούµενες πάπιες που κολυµπούσαν νωχελικά, τα φουσκωτά πουλιά µε το λικνιστό βάδισµα· και ποιος άλλος θα µπορούσε να έρχεται –τα υπουργεία διαγράφονταν πίσω του, τι κατάλληλο φόντο–, κουβαλώντας έναν χαρτοφύλακα µε το βασιλικό οικόσηµο, ποιος άλλος απ’ τον Χιου Γουίτµπρεντ· τον παλιό της φίλο τον Χιου – τον αξιοθαύµαστο Χιου!
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=