Η κυρία Νταλογουέι (Συλλεκτική έκδοση)

Η ΚΥΡΙΑ ΝΤΑΛΟΓΟΥΕΪ 17 «Καλή σου µέρα, Κλαρίσα!» είπε ο Χιου µε κάπως υπερβολικό τρόπο, γιατί γνωρίζονταν από παιδιά. «Για πού το ’βαλες;» «Λατρεύω να περπατάω στο Λονδίνο» είπε η κυρία Νταλογουέι. «Πραγµατικά, είναι καλύτερα απ’ την εξοχή». Μόλις είχαν φτάσει –δυστυχώς– για να επισκεφτούν γιατρούς. Κάποιοι έρχονταν για να δουν κινηµατογράφο· άλλοι για να πάνε στην όπερα· άλλοι για να βγάλουν έξω τις κόρες τους· οι Γουίτµπρεντ έρχονταν «για να δουν γιατρούς». Αµέτρητες φορές είχε επισκεφτεί η Κλαρίσα την Ίβλιν Γουίτµπρεντ στην κλινική. Είναι πάλι άρρωστη η Ίβλιν; Η Ίβλιν είναι αδιάθετη, είπε ο Χιου, κάνοντας νύξη µε κάποιο σούφρωµα των χειλιών ή µ’ ένα φούσκωµα του καλά καλυµµένου, αρρενωπού, εξαιρετικά όµορφου, τέλεια στολισµένου κορµιού του (πάντοτε ήταν υπερβολικά καλοντυµένος, αλλά προφανώς έπρεπε να είναι, λόγω της θεσούλας του στα Ανάκτορα) ότι η γυναίκα του είχε κάποια εσωτερική ενόχληση, τίποτε σηµαντικό, την οποία η Κλαρίσα Νταλογουέι, µε την ιδιότητα της παλιάς φίλης, µπορούσε να καταλάβει επαρκώς χωρίς να του ζητά να την προσδιορίσει. Α, βέβαια, καταλαβαίνει· τι ταλαιπωρία· κατακλύστηκε από συναισθήµατα αδελφικά ενώ ταυτόχρονα ένιωθε περίεργα για το καπέλο της. Δεν ήταν το κατάλληλο καπέλο για τόσο νωρίς το πρωί, αυτό έφταιγε; Γιατί ο Χιου την έκανε πάντοτε να αισθάνεται έτσι, όπως τώρα που ήρθε προς το µέρος της φουριόζος, σηκώνοντας το καπέλο του κάπως εξεζητηµένα και διαβεβαιώνοντάς την ότι µοιάζει µε δεκαοχτάχρονο κορίτσι, και πως και βέβαια θα έρθει στη δεξίωσή της

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=