Η κυρία Νταλογουέι (Συλλεκτική έκδοση)

VIRGINIA WOOLF 22 στο ταξί. Είχε καµία σηµασία, λοιπόν, αναρωτήθηκε περπατώντας προς την οδό Μποντ, είχε σηµασία που µοιραία θα έπαυε να υπάρχει; Που όλα αυτά θα έπρεπε να συνεχιστούν χωρίς αυτήν; Πόσο της κακοφαινόταν αυτό· ή µήπως δεν ήταν ανακουφιστικό να πιστεύει ότι µε τον θάνατο τελειώνουν τα πάντα; Αλλά ότι µε κάποιον τρόπο στους δρόµους του Λονδίνου, στην παλίρροια των πραγµάτων, εδώ, εκεί, αυτή εξακολουθούσε να υπάρχει, ο Πίτερ εξακολουθούσε να υπάρχει, ζούσαν ο ένας µέσα στον άλλον, αυτή ήταν κοµµάτι, ήταν βέβαιη, των δέντρων της πόλης· του σπιτιού εκεί πέρα, εκείνου του άσχηµου σπιτιού που κατέρρεε· κοµµάτι των ανθρώπων που δεν είχε συναντήσει ποτέ· απλωµένη σαν αχλή ανάµεσα στους ανθρώπους που γνώριζε καλύτερα, κι αυτοί τη σήκωναν στα κλαριά τους, όπως είχε δει τα δέντρα να σηκώνουν την αχλή, µόνο που έτσι εκτεινόταν τόσο µακριά η ζωή της, η ίδια. Αλλά τι ονειρευόταν την ώρα που κοιτούσε τη βιτρίνα του Χάτσαρντς; Τι προσπαθούσε να επαναφέρει στη µνήµη της; Ποια εικόνα λευκής αυγής στην εξοχή, καθώς διάβαζε στο ανοιχτό βιβλίο: Δε φοβάσαι ζέστη πια ούτε λύσσα χειµωνιάς*. Αυτή η τελευταία εποχή που βίωσε ο κόσµος είχε γεννήσει σ’ όλους τους, όλους τους άντρες κι όλες τις γυναίκες, ένα ποτάµι δάκρυα. Δάκρυα και λύπες· κουράγιο και * Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Κυμβελίνος, μτφρ. Β. Ρώτας-Β.Δαμιανάκου, εκδ. Επικαιρότητα.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=