Η κυρία Νταλογουέι (Συλλεκτική έκδοση)

Η ΚΥΡΙΑ ΝΤΑΛΟΓΟΥΕΪ 21 την ίδια ώρα ήταν έξω απ’ αυτά και παρατηρούσε. Είχε µονίµως την εντύπωση, καθώς έβλεπε τα ταξί που περνούσαν, ότι βρισκόταν σε απόσταση, έξω, έξω, µακριά στη θάλασσα και µόνη της· είχε πάντοτε την εντύπωση πως ήταν πολύ, µα πολύ επικίνδυνο να ζεις έστω και µια µέρα. Όχι πως θεωρούσε ότι ήταν έξυπνη ή ότι ξεχώριζε απ’ τους κοινούς θνητούς. Πώς τα κατάφερε να τα βγάλει πέρα στη ζωή της µε τις λιγοστές γνώσεις που τους είχε δώσει η φροϊλάιν Ντάνιελς, δεν το καταλάβαινε. Δεν ήξερε τίποτε· ούτε κάποια γλώσσα ούτε ιστορία· σπάνια διάβαζε βιβλίο πια, εκτός από αποµνηµονεύµατα στο κρεβάτι· κι όµως όλα αυτά την απορροφούσαν εντελώς· όλα αυτά· τα ταξί που περνούσαν· και δεν θα έλεγε για τον Πίτερ, δεν θα έλεγε για τον εαυτό της είµαι αυτό, είµαι εκείνο. Το µοναδικό της χάρισµα ήταν ότι καταλάβαινε τους ανθρώπους σχεδόν από ένστικτο, σκέφτηκε συνεχίζοντας να περπατάει. Αν την έβαζες σ’ ένα δωµάτιο µε κάποιον, η πλάτη της κυρτωνόταν σαν της γάτας· ή γουργούριζε. Το Ντεβονσάιρ Χάουζ, το Μπαθ Χάουζ, το κατάστηµα µε τα πορσελάνινα εξωτικά πουλιά, όλα τα είχε δει φωταγωγηµένα κάποτε· και θυµήθηκε τη Σίλβια, τον Φρεντ, τη Σάλι Σίτον – αυτό το πλήθος ανθρώπων· τους χορούς που κρατούσαν όλη τη νύχτα· τα φορτηγά που περνούσαν αγκοµαχώντας για να πάνε στην αγορά· που διέσχιζαν µε το αυτοκίνητο το Πάρκο επιστρέφοντας στο σπίτι. Θυµήθηκε που κάποτε πέταξε ένα σελίνι στη Σερπεντάιν, τη λιµνούλα του Χάιντ Παρκ. Αλλά όλοι είχαν αναµνήσεις· εκείνη αγαπούσε αυτό, ό,τι είχε εδώ, τώρα, µπροστά της· τη χοντρή κυρία

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=