VIRGINIA WOOLF 20 ανάµεσα στους ανθρώπους που ζουν µαζί στο ίδιο σπίτι, µέρα µπαίνει, µέρα βγαίνει· αυτά της τα πρόσφερε ο Ρίτσαρντ, το ίδιο κι εκείνη σ’ αυτόν. (Πού βρισκόταν σήµερα το πρωί, για παράδειγµα; Σε κάποια επιτροπή, ποτέ δεν ρωτούσε σε ποια.) Αλλά µε τον Πίτερ έπρεπε όλα να είναι µοιρασµένα· να συζητιούνται όλα. Ήταν αφόρητο, κι όταν έγινε εκείνη η σκηνή δίπλα στο σιντριβάνι στον κηπάκο, αναγκάστηκε να διακόψει µαζί του, διαφορετικά θα διαλύονταν, θα καταστρέφονταν κι οι δυο τους, ήταν πεπεισµένη· παρόλο που κουβαλούσε µέσα της για χρόνια τη θλίψη, την οδύνη, σαν βέλος µπηγµένο στην καρδιά της· κι έπειτα ο τρόµος της στιγµής που κάποιος σε µια συναυλία τής είπε ότι παντρεύτηκε µια γυναίκα που είχε συναντήσει στο πλοίο στο ταξίδι του προς την Ινδία! Ποτέ δεν έπρεπε να τα ξεχάσει όλα αυτά! Ψυχρή, άκαρδη, σεµνότυφη, έτσι την αποκάλεσε. Ποτέ της δεν µπόρεσε να καταλάβει µε ποιον τρόπο αγαπούσε εκείνος. Αλλά οι Ινδές προφανώς καταλάβαιναν – ανόητες, χαριτωµένες, ανάλαφρα απλοϊκές. Και ήταν ανώφελος ο οίκτος της. Γιατί είναι πολύ ευτυχισµένος, την είχε διαβεβαιώσει – απόλυτα ευτυχισµένος, παρόλο που δεν είχε κάνει ούτε ένα απ’ τα πράγµατα για τα οποία µιλούσαν· ολόκληρη η ζωή του ήταν µια αποτυχία. Ακόµη την έκανε να θυµώνει αυτό. Είχε φτάσει στην πύλη του πάρκου. Κοντοστάθηκε για µια στιγµή κοιτάζοντας τα λεωφορεία στην οδό Πικαντίλι. Δεν θα έλεγε για κανέναν στον κόσµο τώρα ότι ήταν έτσι ή αλλιώς. Ένιωθε πολύ νέα· και ταυτόχρονα ανείπωτα γερασµένη. Περνούσε κοφτερή σαν µαχαίρι µέσα απ’ όλα και
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=