Η ΚΥΡΙΑ ΝΤΑΛΟΓΟΥΕΪ 19 τα φύλλα του µε θέρµη, µε σπιρτάδα, στα κύµατα εκείνης της εξαίσιας ζωτικότητας που αγαπούσε η Κλαρίσα. Χορό, ιππασία, τα λάτρευε όλα αυτά.) Γιατί µπορεί να έκαναν αιώνες να ιδωθούν εκείνη κι ο Πίτερ· εκείνη δεν του έγραψε ποτέ και τα δικά του γράµµατα ήταν φύλλα ξερά· αλλά ξαφνικά της ερχόταν η ιδέα: Αν ήταν µαζί µου τώρα τι θα έλεγε; – κάποιες µέρες, κάποιες εικόνες τής τον ξανάφερναν στον νου µε ηρεµία, χωρίς την παλιά πικρία· ίσως αυτή ήταν η ανταµοιβή της που ενδιαφερόταν για τους ανθρώπους· ξανάρχονταν στο µυαλό της στη µέση του Σεντ Τζέιµς Παρκ ένα υπέροχο πρωινό – πραγµατικά ξανάρχονταν. Αλλά ο Πίτερ –όσο όµορφη κι αν ήταν η µέρα, τα λουλούδια, το χορτάρι και το κοριτσάκι που ήταν ντυµένο στα ροζ– ο Πίτερ δεν έβλεπε τίποτε απ’ όλα αυτά. Θα φορούσε τα γυαλιά του, αν του το έλεγε εκείνη· θα κοιτούσε. Αλλά αυτό που τον ενδιέφερε ήταν η κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο κόσµος· ο Βάγκνερ, η ποίηση του Πόουπ, ο χαρακτήρας των ανθρώπων και, πάντοτε, τα ελαττώµατα της δικής της ψυχής. Πώς την επέπληττε! Πώς µάλωναν! Θα παντρευτεί Πρωθυπουργό και θα στέκεται στην κορυφή της σκάλας· η τέλεια οικοδέσποινα, έτσι την είχε χαρακτηρίσει (είχε κλάψει γι’ αυτό στην κρεβατοκάµαρά της), έχει τα προσόντα της τέλειας οικοδέσποινας, είχε πει εκείνος. Έτσι βρισκόταν πάλι στο Σεντ Τζέιµς Παρκ διχογνωµώντας, διαπιστώνοντας για µια ακόµα φορά πως είχε δίκιο –τόσο, µα τόσο δίκιο– που δεν τον παντρεύτηκε. Γιατί στον γάµο πρέπει να υπάρχει κάποιο περιθώριο, λίγη ελευθερία
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=