Η κυρία Νταλογουέι (Συλλεκτική έκδοση)

VIRGINIA WOOLF 24 φτάνοντας στο πεζοδρόµιο, ακόµα κι η εµφάνισή της θα ήταν διαφορετική! Πρώτα πρώτα θα ήταν µελαχρινή σαν τη λαίδη Μπέξµπερο, µε δέρµα ζαρωµένο και όµορφα µάτια. Θα ήταν, σαν τη λαίδη Μπέξµπερο, αργή κι αρχοντική· αρκετά ψηλή και γεροδεµένη· θα ενδιαφερόταν για την πολιτική σαν άντρας· µε σπίτι στην εξοχή· πολύ αξιοπρεπής, πολύ ειλικρινής. Αντίθετα, τώρα ήταν λεπτή σαν οδοντογλυφίδα· είχε ένα γελοίο προσωπάκι µε µύτη σαν ράµφος πουλιού. Ότι κρατιόταν καλά ήταν αλήθεια· και είχε ωραία χέρια και πόδια· και ντυνόταν όμορφα, δεδοµένου µάλιστα ότι ξόδευε λίγα. Αλλά συχνά πια αυτό το κορµί (σταµάτησε να κοιτάξει έναν ολλανδικό πίνακα), το κορµί της µε όλες του τις δυνατότητες, φαινόταν να µην είναι τίποτε – τίποτε απολύτως. Είχε την παράξενη εντύπωση πως ήταν αόρατη· αθέατη· άγνωστη· δεν θα υπήρχε άλλος γάµος, δεν θα έκανε άλλα παιδιά, υπήρχε µόνο αυτή η εντυπωσιακή κι αρκετά σοβαρή πορεία µε τους υπόλοιπους ανθρώπους καθώς ανηφόριζαν την οδό Μποντ, κι αυτή ήταν η κυρία Νταλογουέι· ούτε καν η Κλαρίσα πια· αυτή ήταν η κυρία Ρίτσαρντ Νταλογουέι. Τη µάγευε η οδός Μποντ· η οδός Μποντ νωρίς το πρωί αυτήν την εποχή· µε τις σηµαίες της που ανέµιζαν· τα καταστήµατά της· χωρίς κάτι εντυπωσιακό· τίποτε λαµπερό· ένα τόπι τουίντ ύφασµα στο µαγαζί απ’ όπου ο πατέρας της αγόραζε τα κοστούµια του επί πενήντα χρόνια· λίγα µαργαριτάρια· σολοµός στον πάγο. «Αυτό είν’ όλο» είπε κοιτάζοντας το µαγαζί του ψαρά. «Αυτό είν’ όλο» επανέλαβε, σταµατώντας για ένα λεπτό στη

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=