Η ΚΥΡΙΑ ΝΤΑΛΟΓΟΥΕΪ 25 βιτρίνα ενός καταστήµατος απ’ όπου πριν από τον Πόλεµο µπορούσες να αγοράσεις σχεδόν τέλεια γάντια. Ο γερο-θείος της ο Γουίλιαµ συνήθιζε να λέει πως καταλαβαίνεις µια κυρία απ’ τα παπούτσια και τα γάντια της. Είχε πεθάνει στο κρεβάτι του ένα πρωί στη µέση του Πολέµου. Είχε πει: «Φτάνει ως εδώ». Γάντια και παπούτσια· είχε πάθος µε τα γάντια· αλλά η ίδια της η κόρη, η Ελίζαµπεθ, δεν έδινε δεκάρα τσακιστή, ούτε για το ένα ούτε για το άλλο. Δεκάρα τσακιστή, σκέφτηκε, ανηφορίζοντας την οδό Μποντ µέχρι το κατάστηµα που της κρατούσε λουλούδια όταν έκανε δεξίωση. Η Ελίζαµπεθ πάνω απ’ όλα ενδιαφερόταν για τον σκύλο της. Όλο το σπίτι µύριζε κατράµι σήµερα το πρωί. Ωστόσο, καλύτερα ο φτωχούλης ο Γκριζλ παρά η δεσποινίς Κίλµαν· καλύτερα αδιαθεσίες σκύλων και κατράµι κι όλα τα υπόλοιπα παρά να κάθεται κλεισµένη σ’ ένα πνιγηρό δωµάτιο µε το προσευχητάρι στα χέρια. Προτιµότερο οτιδήποτε άλλο, ήταν έτοιµη να πει. Αλλά µπορεί να είναι µια φάση µόνο, όπως είπε ο Ρίτσαρντ, απ’ αυτές τις φάσεις που περνάνε τα κορίτσια. Μπορεί να είναι ερωτευµένη. Αλλά γιατί µε τη δεσποινίδα Κίλµαν; Η οποία πέρασε πολλά, φυσικά· αυτό πρέπει να το λάβει κανείς υπόψη του, κι ο Ρίτσαρντ είπε πως είναι πολύ ικανή, έχει σωστό µυαλό ιστορικού. Εν πάση περιπτώσει ήταν αχώριστες, κι η Ελίζαµπεθ, η δική της η κόρη, πήγε στη Θεία Κοινωνία· και πώς ντυνόταν, πώς αντιµετώπιζε τους ανθρώπους που γευµάτιζαν µαζί τους δεν την ένοιαζε καθόλου. Από την εµπειρία της πίστευε ότι η θρησκευτική έκσταση κάνει τους ανθρώπους άσπλαχνους (το ίδιο κι οι αγώνες)· αµβλύνει τα
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=