Δεν μπορείς να κρυφτείς

SIGURDARDÓTTIR YRSA Μετάφραση Κωστής Κηλύμης ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ

Δεν μπορείς να κρυφτείς

Πρώτη έκδοση Νοέμβριος 2025 Τίτλος πρωτοτύπου Yrsa Sigurðardóttir, Lok lok og læs, Veröld, 2021. Η μετάφραση έγινε από την αγγλική έκδοση Yrsa Sigurðardóttir, Can’t Run, Can’t Hide, trans. Victoria Cribb, Hodder & Stoughton, 2024. Επιμέλεια – Διόρθωση τυπογραφικών δοκιμίων Μάγδα Τικοπούλου Σελιδοποίηση Γιώτα Μπόμπου Σχεδιασμός εξωφύλλου Σαβίνα Χριστοπούλου © 2021, Yrsa Sigurðardóttir © 2024, Victoria Cribb (για την αγγλική μετάφραση) © 2024, Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (για την ελληνική γλώσσα) ISBN 978-618-03-4380-9 ΒOΗΘ. ΚΩΔ. ΜΗΧ/ΣΗΣ 84380 Κ.Ε.Π. 6201, Κ.Π. 22291 Kατόπιν συμφωνίας με το Salomonsson Agency. Δεν επιτρέπεται η με οποιονδήποτε τρόπο χρήση ή αναπαραγωγή ολόκληρου ή μέρους του βιβλίου με σκοπό την εκπαίδευση τεχνολογιών ή συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Το παρόν έργο προστατεύεται από τη διαδικασία εξόρυξης κειμένου και δεδομένων (Άρθρο 4(3) Οδηγία (ΕΕ) 2019/790). Το παρόν έργο πνευµατικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Nόµου (N. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήµερα) και τις διεθνείς συµβάσεις περί πνευµατικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε µέσο ή τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκµίσθωση ή δανεισµός, µετάφραση, διασκευή, αναµετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε µορφή (ηλεκτρονική, µηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκµετάλλευση του συνόλου ή µέρους του έργου. Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα, τηλ.: 211 3003500 metaixmio.gr • [email protected] Κεντρική διάθεση Ασκληπιού 18, 106 80 Αθήνα, τηλ.: 210 3647433 Bιβλιοπωλεία ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ • Aσκληπιού 18, 106 80 Aθήνα, τηλ.: 210 3647433 • Πολυχώρος, Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003580, fax: 211 3003581 Αστυνομικό

Yrsa Sigurdardόttir Δεν μπορείς να κρυφτείς Μετάφραση Κωστής Κηλύμης

Όλες οι σημειώσεις ανήκουν στον μεταφραστή του βιβλίου.

Αυτό το βιβλίο είναι αφιερωμένο στη μητέρα μου, Kristín Halla Jónsdóttir

1 Τετάρτη Μια ασυνήθιστη ησυχία επικρατούσε στη φάρμα στο Κβαρβ. Δεν υπήρχε ίχνος ζωής. Ούτε καν κάποιο ανεπαίσθητο φύσημα. Γκρίζα σύννεφα κρέμονταν ακίνητα στον ουρανό ή άλλαζαν σχήμα με τέτοια βραδύτητα, που οι κινήσεις τους ήταν ελάχιστα αντιληπτές. Ο Καρλ είχε ξαφνικά μια περίεργη αίσθηση ότι ο χρόνος είχε σταματήσει. Έκλεισε το δελτίο καιρού που έπαιζε στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου. Ο εκφωνητής είχε περάσει στη μετεωρολογική πρόγνωση για τη ναυτιλία, απαριθμώντας τα ονόματα των διάφορων θαλάσσιων περιοχών, κάτι που δεν ενδιέφερε καθόλου τον Καρλ. Η μία και μοναδική εμπειρία που είχε σε αλιευτικό στα νιάτα του τον είχε πείσει να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του στη στεριά. Πήρε το σκουφί του από το κάθισμα του συνοδηγού και βγήκε απ’ το αυτοκίνητο, αλλά δεν το φόρεσε αμέσως, καθώς ήθελε να ακούσει με τα αυτιά του ξεσκέπαστα. Η σιωπή ήταν απόλυτη: Τα περισσότερα πουλιά είχαν φύγει από καιρό τώρα, είτε μεταναστεύοντας πιο κοντά στον ήλιο νότια είτε φεύγοντας προς την ακτή, προς την εύκολη λεία που υπήρχε στις πόλεις και στα χωριά. Οι φωνές των ποταμών και των ρεμάτων είχαν πνιγεί από τα

YRSA SIGURDARDO΄ T T I R 10 δεσμά του πάγου, οι τουρίστες κάθονταν αναπαυτικά στα σπίτια τους και τα ζώα είχαν κλειστεί στους στάβλους για τον χειμώνα. Ακόμα και τα κύματα στο κοντινό φιόρδ ήταν βουβά. Όμως η οικογένεια που ζούσε στη φάρμα θα έπρεπε να είναι σπίτι, και περίμενε να είχε ακούσει ήδη κάποιο σημάδι της παρουσίας τους. Δεν θα μπορούσαν να κοιμούνται και οι τέσσερίς τους στη μέση της ημέρας. Την τελευταία φορά που μίλησε ο Καρλ με την Άσα και τον Ρέινιρ, λίγο λιγότερο από μία βδομάδα πριν, δεν είχαν πει ότι θα πήγαιναν κάπου. Και καθώς δεν ήταν τόσο συχνό να κάνεις ταξίδια όταν έχεις φάρμα, όπως ήξερε από την εμπειρία του, σίγουρα θα είχε ειπωθεί κάτι. Τις σπάνιες φορές που είχε κανονίσει κάποιες διακοπές ο ίδιος, δεν μιλούσε για τίποτε άλλο από βδομάδες πριν, είτε το κοινό του ήθελε να ακούσει γι’ αυτό είτε όχι. Τα αυτοκίνητα της οικογένειας ήταν παρκαρισμένα και τα δύο στην αυλή, θαμμένα κάτω από παχύ χιόνι. Ήταν ένα SUV με σηκωμένες αναρτήσεις και ένα πιο σπορ αμαξάκι καθαρά για καλοκαιρινή χρήση, το οποίο ο Καρλ δεν τους είχε δει ποτέ να το αγγίζουν κατά τη διάρκεια του χειμώνα μέσα στον έναν χρόνο και κάτι που ζούσε η οικογένεια εδώ. Κάτι που ήταν λογικό. Ο ίδιος πάντως δεν θα το έβγαζε στο χιόνι ή στον πάγο, από φόβο μην καταλήξει σε κανένα χαντάκι. Το SUV ήταν άλλο θέμα – ένα όχημα πολυτελείας, που, απ’ ό,τι είχαν πει, είχε κοστίσει όσο ένα καλό τρακτέρ. Δεν θα τον πείραζε να το δουλέψει σε βαθύ χιόνι ή σε μαύρο πάγο, μόνο και μόνο για να δει αν έπιανε τα λεφτά του. Πανάκριβα αυτοκίνητα σαν κι αυτό ήταν σπάνιο θέαμα στην αγροτική κοινότητα. Αλλά αυτή δεν ήταν μία συνηθισμένη φάρμα. Και οι άνθρωποι που ζούσαν εδώ δεν ήταν σε καμία περίπτωση οι συνηθισμένοι αγρότες. Μια γρήγορη ματιά στα κτίρια αρκούσε για να σ’ το πει αυτό. Σε αντίθεση με τις περισσότερες ισλανδικές φάρμες, διέθετε ένα

ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ 11 τεράστιο, υπερσύγχρονο κατάλυμα, που το ζευγάρι είχε χτίσει για την οικογένειά του, το οποίο με έναν γυάλινο διάδρομο συνδεόταν με μια συμβατική, διώροφη αγροικία, που οι προηγούμενοι ένοικοι θεωρούσαν επαρκή για τις ανάγκες τους. Αλλά οι καινούργιοι ιδιοκτήτες είχαν άλλες ανάγκες. Η οικογένεια ζούσε στο σύγχρονο κτίριο και κρατούσε το παλιό σπίτι για φιλοξενούμενους ή για το προσωπικό, αν και μέχρι τώρα είχαν υπάρξει ελάχιστοι επισκέπτες, και οι μόνοι υπάλληλοι ήταν κάποιοι βοηθοί, οι οποίοι δεν άντεξαν πολύ. Ο Καρλ δεν ήθελε να ρωτήσει για ποιον λόγο έφυγαν, αν και υπέθετε ότι θα τους ζόρισε η απομόνωση. Ο Καρλ δεν ήταν αρχιτέκτονας και δεν του έπεφτε λόγος για το πώς είχαν σχεδιαστεί τα κτίρια· παρ’ όλα αυτά είχε σοβαρές ενστάσεις για τον διάδρομο που τα συνέδεε. Τα κτίρια ήταν τόσο αντίθετα μεταξύ τους! Το ένα ανήκε σε ένα παρελθόν που είχε τις ρίζες του στο μέτρο και την αυτάρκεια, το άλλο ήταν προϊόν της υπερβολής του σήμερα. Το να τα ενώσεις του φαινόταν τόσο παράταιρο όσο και το να δέσει τα δύο άλογα της φάρμας στο σπορ αυτοκίνητο. Μια ολόκληρη στρατιά από τεχνίτες είχε επιταχθεί με στόχο να ανακαινιστούν η παλιά αγροικία, ο στάβλος και τα άλλα κτίσματα, αν και ο Καρλ δεν είχε καμία αμφιβολία ότι θα ήταν φθηνότερο να ρίξουν τα παλιά κτίρια και να ξαναρχίσουν απ’ το μηδέν. Αλλά οι τωρινοί ιδιοκτήτες ήθελαν να διατηρήσουν όσο μπορούσαν περισσότερη από την αρχική όψη τους. Το καινούργιο σπίτι ήταν άλλη υπόθεση. Το σχέδιό του δεν απέτιε κανέναν φόρο τιμής στην ισλανδική αγροτική κουλτούρα ή στην ιστορία της περιοχής. Αντιθέτως, ήταν τεράστιο, με πανύψηλα ταβάνια στο εσωτερικό του. Δεν υπήρχε οτιδήποτε, ούτε κατά το ελάχιστο, διακριτικό ή οικονομικό στον σχεδιασμό ή την ανέγερσή του. Παρόλο που το μεγαλύτερο τμήμα της κατασκευής

YRSA SIGURDARDO΄ T T I R 12 ήταν τσιμεντένιο, το πίσω μέρος, το οποίο δεν φαινόταν από την αυλή, αποτελούνταν από ένα μεγάλο γυάλινο δωμάτιο, που στέγαζε μία επαγγελματική κουζίνα και ένα ανοιχτό σαλόνι με τραπεζαρία και τζάκι. Οι καινούργιοι ιδιοκτήτες είχαν πει στον Καρλ ότι το είχαν φανταστεί σαν έναν χώρο όπου θα μπορούσαν να μαγειρεύουν, να τρώνε και να χαλαρώνουν βρισκόμενοι σε στενή επαφή με τη φύση. Εκείνος είχε απλώς κουνήσει το κεφάλι του σκεπτόμενος ότι είχε να κάνει με ανθρώπους που με την ίδια λογική θα μπορούσαν να είχαν δώσει ένα σωρό λεφτά για να ζήσουν σε μια γυάλινη φούσκα στη μέση κάποιου βάλτου. Δεν μπορούσε να το καταλάβει, μιας και προτιμούσε να ζει στη φύση χωρίς κανενός είδους φραγμούς – ακόμα και αν αυτοί ήταν διάφανοι. Το ζευγάρι ζούσε με τις δύο κόρες του εδώ λίγο πάνω από έναν χρόνο και μέσα σε αυτό το διάστημα η άποψή του γι’ αυτούς είχε αλλάξει. Δεν τους απαξίωνε πια ως το είδος των ανθρώπων που είχαν πιο πολλά λεφτά από μυαλό. Συνέχιζε να μην μπορεί να καταλάβει τα μισά από όσα θεωρούσε ότι ήταν παράλογα σχέδια από την πλευρά τους, αλλά τους συμπαθούσε. Ήταν δύσκολο να μην τους συμπαθήσει. Η σύζυγος, η Άσα, ήταν υπέροχη· γελούσε εύκολα με τον εαυτό της και τις προσπάθειές της να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Ο σύζυγός της, ο Ρέινιρ, δεν ήταν το ίδιο εξωστρεφής και συχνά φαινόταν λίγο αφηρημένος, έδειχνε ωστόσο ειλικρινής. Κρίνοντας από την ανέγγιχτη επιφάνεια του χιονιού, ο Καρλ συμπέρανε ότι κανείς δεν είχε διασχίσει την αυλή μετά τη χθεσινή έντονη χιονόπτωση. Αλλά όταν πλησίασε την μπροστινή πόρτα, είδε ότι τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι. Υπήρχαν ίχνη που οδηγούσαν από το σύγχρονο σπίτι στον μικρό στάβλο με τα λιγοστά ζώα της φάρμας, πέρα από τις κότες που ζούσαν στο κοτέτσι πίσω από το καινούργιο κτίριο.

ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ 13 Το γεγονός ότι τα ζώα ήταν ταϊσμένα ήταν ξεκάθαρη ένδειξη ότι η οικογένεια ήταν σπίτι. Αν είχαν φύγει, θα είχαν ζητήσει από κάποιους απ’ τους γείτονες να φροντίσουν τη φάρμα, και σε αυτήν την περίπτωση τα ίχνη θα οδηγούσαν από το πάρκινγκ της αυλής στον στάβλο, και δεν θα ξεκινούσαν από το σπίτι. Εξάλλου, ο Καρλ υπέθετε ότι θα είχαν διαλέξει αυτόν και την Έλα για κάτι τέτοιο, μιας και δεν θα ήταν η πρώτη φορά που θα έκαναν αυτήν τη χάρη στην Άσα και τον Ρέινιρ. Αλλά κανείς δεν είχε νέα από την οικογένεια εδώ και σχεδόν μία βδομάδα. Αυτός ήταν ο λόγος που ήταν εδώ τώρα και που είχε περάσει και από εδώ προχθές. Ένα δυνατό γάβγισμα ακούστηκε από τον στάβλο όταν πλησίασε την μπροστινή πόρτα του σπιτιού, συνοδευόμενο από ένα υψίσυχνο τσίριγμα που προερχόταν από την ίδια πηγή: τα δύο σκυλιά της οικογένειας, μπόρντερ κόλεϊ το ένα και το άλλο ένα μικροσκοπικό πατσαβούρι, που θύμιζε στον Καρλ εκείνα τα κουβάρια από μαλλί προβάτου που έβλεπες μερικές φορές πιασμένα πάνω στα συρματοπλέγματα. Όταν πέρασε από εδώ προχθές ελπίζοντας να βρει την οικογένεια σπίτι, είχαν κάνει τον ίδιο σαματά, τότε όμως μέσα από το σπίτι. Ήταν φιλικά σκυλιά, χωρίς κάποιον ουσιαστικό ρόλο, πέρα από εκείνον του κατοικίδιου, και ήταν κάποιες φορές ελεύθερα να τον προϋπαντήσουν στην αυλή όταν έφτανε. Αλλά εφόσον τώρα ήταν κλεισμένα, αντιδρούσαν στον επισκέπτη με τον ίδιο τρόπο που θα αντιδρούσε οποιοδήποτε σκυλί – γαβγίζοντας. Αυτό δεν σήμαινε τίποτα. Και πάλι όμως, ήταν περίεργο που δεν ήταν ελεύθερα να αλωνίζουν έξω ή μέσα στο σπίτι. Δεν θυμόταν να τα είχαν ποτέ ξανά κλεισμένα στον στάβλο. Το ένστικτό του του έλεγε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και είχε μάθει να μην αγνοεί αυτήν την αίσθηση. Δεν τον είχε απογοητεύσει ποτέ, από όσο μπορούσε να θυμηθεί. Κοίταξε για μια στιγμή την ασυνήθιστα μεγάλη εξώπορτα και

YRSA SIGURDARDO΄ T T I R 14 ύστερα χτύπησε. Αυτό έκανε τα σκυλιά να ξεκινήσουν έναν δεύτερο γύρο γαβγίσματος, ταυτόχρονα αυτήν τη φορά. Οι δύο αγελάδες μπήκαν κι αυτές στον χορό με ένα έντονο μουγκρητό, σώπασαν όμως όταν ξαναχτύπησε. Ο Καρλ δεν μπορούσε να αγνοήσει την αίσθηση ότι τα ζώα στον στάβλο άκουγαν, ότι περίμεναν με την ίδια ανυπομονησία, όπως κι αυτός, την πόρτα να ανοίξει. Δεν συνέβη τίποτα. Ακούμπησε το αυτί του στο ξύλο, αλλά δεν μπόρεσε να ακούσει κάποιον ήχο από κίνηση μέσα. Ανασηκώθηκε. Ποιος ήξερε πόσο δυνατός θα έπρεπε να είναι ένας θόρυβος για να διαπεράσει αυτήν τη μασίφ δρύινη πόρτα; Αφήνοντας την πόρτα, κοίταξε μέσα από το κοντινότερο παράθυρο. Ένα φως ήταν αναμμένο μέσα στο σπίτι, αλλά δεν υπήρχε ίχνος ζωής. Η ανησυχία του έγινε πιο έντονη, οδηγώντας τον να κάνει κάτι που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε σκεφτεί ποτέ να κάνει. Έσκυψε μέχρι το γραμματοκιβώτιο και άνοιξε το καπάκι. Η ύπαρξή του από μόνη της ήταν ένα λάθος, μιας και ο αρχιτέκτονας που είχε σχεδιάσει την καινούργια αγροικία δεν είχε ζήσει προφανώς ποτέ στην ύπαιθρο. Εφόσον και το ζευγάρι είχε αντίστοιχη άγνοια, δεν είχαν διορθώσει τα σχέδια. Κανείς στην περιοχή τους δεν παραλάμβανε τα γράμματά του στην πόρτα· αντιθέτως τους τα άφηναν στο γραμματοκιβώτιο που βρισκόταν πάνω στον κεντρικό, δίπλα στην έξοδο για τη φάρμα. Ο Καρλ ετοιμαζόταν να ανοίξει το στόμα του για να φωνάξει μέσα από το στενό άνοιγμα, όταν έκανε πίσω. Μια γνώριμη μυρωδιά τον βρήκε, ταξιδεύοντας πάνω σε ένα ρεύμα ζεστού αέρα. Μια αμυδρή οσμή θανάτου – και δεν ερχόταν από τίποτα ξεραμένες γλάστρες. Τη μύριζε πιο συχνά απ’ ό,τι θα ήθελε: Ήταν η γλυκερή δυσωδία της αποσύνθεσης που άφηναν όλα τα νεκρά ζώα που έμεναν άθαφτα για κάποιον καιρό. Δεν ήταν τόσο έντονη όμως, και αν δεν ήταν αγρότης, μπορεί να μην το είχε πάρει είδη­

ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ 15 ση αμέσως. Ωστόσο, δεν υπήρχε αμφιβολία: Κάτι μέσα στο σπίτι ήταν νεκρό. Τράβηξε το χέρι του και το καπάκι έκλεισε με ένα έντονο κλικ. Αυτήν τη φορά δεν ακούστηκε κάποιο γάβγισμα ή μουγκρητό από τα ζώα στον στάβλο. Επικρατούσε μια απόκοσμη ησυχία, αντίστοιχη με αυτή μέσα στο σπίτι. Ο Καρλ είχε μια ανησυχητική αίσθηση ότι ήταν τελείως μόνος. Έγλειψε τα στεγνά χείλη του, πέρασε τα χέρια μέσα από τα μαλλιά του, έτριψε τα αξύριστα μάγουλά του και προσπάθησε να αποφασίσει τι έπρεπε να κάνει. Η μυρωδιά δεν σήμαινε απαραίτητα κάτι, είπε στον εαυτό του. Θα μπορούσε να είναι κάποιο κρέας που σάπιζε πάνω στον πάγκο της κουζίνας. Μπορεί η οικογένεια να ήθελε να κάνει κάποιο μπάρμπεκιου, αλλά να αρρώστησαν όλοι και το κρέας να ξέμεινε εκεί πολλές ώρες σε θερμοκρασία δωματίου. Μια παράλογη εξήγηση – καλύτερη όμως από διάφορα άλλα σενάρια που προσπαθούσε να διώξει από τη σκέψη του αυτήν τη στιγμή. Θύμισε στον εαυτό του ότι δεν κέρδιζες κάτι με το να απορρίπτεις παράλογες ιδέες. Η ζωή σπάνια ήταν απλή. Αποφάσισε να πάει γύρω από το σπίτι και να προσπαθήσει να δει κάτι μέσα απ’ την τζαμαρία. Δεν είχαν ποτέ κατεβασμένα τα στόρια. Ήταν στο τσακ να πει στο ζευγάρι αμέσως μόλις τους έβλεπε ότι θα μπορούσαν να μειώσουν τα έξοδα της θέρμανσης αν τα έκλειναν, αλλά θυμήθηκε ότι τα χρήματα δεν ήταν θέμα γι’ αυτούς. Είχαν κάνει γεώτρηση μέχρι τη φυσική παροχή ζεστού νερού και είχαν εγκαταστήσει το δικό τους γεωθερμικό σύστημα θέρμανσης, οπότε μπορούσαν απλώς να ανεβάσουν τον θερμοστάτη αν υπήρχε λόγος. Το χιόνι ήταν ανέγγιχτο και στην πίσω μεριά του σπιτιού. Κανείς δεν είχε βγει στη βεράντα από τις μπαλκονόπορτες του γυάλινου δωματίου μετά τα τελευταία χιόνια. Το λιβάδι στο βά­

YRSA SIGURDARDO΄ T T I R 16 θος και τα βουνά στα ανατολικά ήταν λευκά μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι· η πανοραμική θέα στην οποία το ζευγάρι έδινε τόση σημασία ήταν ανέγγιχτη σαν ολόφρεσκο σεντόνι. Ο Καρλ όμως δεν είχε έρθει εδώ για να θαυμάσει τη θέα. Έστριψε να δει μέσα από τον γυάλινο τοίχο, με το βλέμμα του να κινείται πάνω από τη μινιμαλιστική κουζίνα: κανένα ντουλάπι στους τοίχους, κανένα χερούλι πάνω στις πόρτες και τα συρτάρια των επίπλων· αν δεν ήταν η εξεζητημένη μεταλλική καφετιέρα και η βρύση πάνω από τον νιπτήρα, θα μπορούσε κανείς να περάσει τα έπιπλα ως μια συνέχεια του καθιστικού που βρισκόταν γύρω από το τζάκι. Πάνω στο τραπέζι της κουζίνας υπήρχε φαγητό που δεν το είχαν μαζέψει. Ο Καρλ ένιωσε ανακούφιση. Η οικογένεια ήταν σίγουρα στο σπίτι και ζωντανή. Θα είχαν φάει κάτι και στη συνέχεια θα έπεσαν για ύπνο. Άρρωστοι, μάλλον, γιατί δεν είχε δει ποτέ οτιδήποτε αφημένο στο τραπέζι μετά το γεύμα. Τώρα, όμως, μπορούσε να διακρίνει ένα ανοιχτό κουτί γάλα, ένα ποτήρι, ένα πιάτο, μια φραντζόλα ψωμί και ένα κομμάτι τυρί, στη συσκευασία του ακόμη. Κανένα σημάδι από σάπιες μπριζόλες όμως. Μπορεί να είχαν πάθει γαστρεντερίτιδα και να είχε παρερμηνεύσει τη δυσάρεστη οσμή που μύρισε μέσα απ’ το γραμματοκιβώτιο. Όμως, παρόλο που ήλπιζε να ήταν αυτή η εξήγηση, βαθιά μέσα του ήξερε ότι δεν θα μπέρδευε ποτέ αυτές τις δύο: όσο άσχημη κι αν ήταν η μυρωδιά του εμετού και της διάρροιας, η δυσοσμία της σάρκας που αποσυντίθεται ήταν απείρως χειρότερη. Η ανεπαίσθητα λουλουδάτη νότα που συνόδευε τη δυσοσμία έδειχνε ότι ίσως κάποιος είχε προσπαθήσει να την καλύψει με κάποιο άρωμα. Ο Καρλ στάθηκε εκεί διστακτικός, αναρωτώμενος τι να κάνει. Η πιο συνετή κίνηση θα ήταν να φύγει αμέσως όσο πιο μακριά γινόταν. Δεν ήθελε να μπει κάποιο απ’ τα μέλη της οικογένειας στην κουζίνα και να τον πιάσει να κοιτάζει μέσα από το τζάμι.

ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ 17 Αλλά ενώ απομακρυνόταν από το σπίτι, το ξανασκέφτηκε. Η Άσα και ο Ρέινιρ ήταν οι πιο σχολαστικοί άνθρωποι που είχε γνωρίσει: Κάποτε είχαν ζητήσει τη συμβουλή του για να αντιμετωπίσουν τη μυρωδιά της κοπριάς στον στάβλο, ρωτώντας τον αν υπήρχε κάποιο σπρέι ή αποσμητικό χώρου που θα μπορούσε να καλύψει την μπόχα. Τους είχε ανακοινώσει τα δυσάρεστα νέα ότι δεν υπήρχε κάτι τέτοιο· έπρεπε απλώς να τη συνηθίσουν. Άνθρωποι που έκαναν τέτοιες ερωτήσεις δεν θα άφηναν ποτέ το σπίτι τους να ζέχνει στη μέση κάποιου καύσωνα. Δεν υπήρχε ουδεμία αμφιβολία, κάτι πήγαινε πολύ στραβά εδώ. Περπάτησε σβέλτα μέχρι την μπαλκονόπορτα και δοκίμασε το χερούλι. Μπορεί να διέκοπτε την οικογένεια από τον ύπνο της, αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι γι’ αυτό. Θα ήταν ακόμα πιο δύσκολο να παραδεχτεί στην Έλα ότι είχε κάνει μία ακόμα άσκοπη διαδρομή. Δεν θα τη γλίτωνε λέγοντάς της κάτι λιγότερο από όλη την αλήθεια: Όλα έδειχναν μια χαρά, πέραν, βέβαια, από μια ελαφρά οσμή σάρκας σε αποσύνθεση. Οι γυάλινες πόρτες ήταν τελικά ξεκλείδωτες. Μέσα από το άνοιγμα φώναξε την Άσα και τον Ρέινιρ. Η αχνή –αλλά φρικτή– μυρωδιά ξεχύθηκε έξω, μαζί με την υγρή θερμότητα, συμπυκνώθηκε σε υδρατμούς μέσα στον παγωμένο αέρα, και ο Καρλ έκανε έναν μορφασμό όσο περίμενε κάποια απάντηση. Αλλά δεν ακούστηκε τίποτα. Μπήκε μέσα πριν προλάβει να δειλιάσει και φώναξε ξανά. Και πάλι καμία απάντηση. Το βλέμμα του έπιασε κάποια σκούρα σημάδια που έμοιαζαν με πατημασιές πάνω στο παρκέ δίπλα στην πόρτα. Ήταν το ίδιο παράταιρα με τη δυσωδία στον αέρα, μιας και το πάτωμα συνήθως έλαμπε. Ακολούθησε με το βλέμμα του τις πατημασιές. Διαπιστώνοντας ότι οδηγούσαν από την κουζίνα προς το βάθος του σπιτιού, αποφάσισε να τις ακολουθήσει. Παρόλο που είχε βρεθεί ξανά στο σπίτι, είχε μπει μόνο στους

YRSA SIGURDARDO΄ T T I R 18 κοινόχρηστους χώρους – στο σαλόνι και στην κομψή, μοντέρνα κουζίνα. Δεν γνώριζε τη διαρρύθμιση του υπόλοιπου σπιτιού, πέρα από το ότι υπήρχε μια ξεχωριστή πτέρυγα με υπνοδωμάτια, όπου και οδηγούσαν τώρα τα ίχνη. Η πόρτα που τη συνέδεε ήταν κλειστή, αλλά παρατήρησε κάποιες γρατζουνιές πάνω της. Ήταν κάθετες και διέτρεχαν το ξύλο σε δύο ξεχωριστά σημεία, κάποιες πιο μικρές στα χαμηλά και μερικές μεγαλύτερες και βαθύτερες δίπλα στο χερούλι της πόρτας. Δεν είχε καμία αμφιβολία ότι τις είχαν κάνει τα σκυλιά, ύστερα από άπειρες μάταιες προσπάθειες να περάσουν την κλειστή πόρτα. Ήταν επίσης σίγουρος ότι οι γρατζουνιές ήταν φρέσκες, μιας και το ζευγάρι πάντα επισκεύαζε την οποιαδήποτε ζημιά άμεσα. Ο Καρλ έβαλε τη γωνία του αγκώνα στη μύτη του και άνοιξε την πόρτα του διαδρόμου που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια. Ήταν αυτό ακριβώς που φοβόταν: Η δυσωδία ήταν αηδιαστική εκεί και ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά. Υπήρχαν διάφορες πόρτες, όλες κλειστές. Ακολούθησε τις πατημασιές μέχρι να φτάσει σε μία απ’ αυτές και την άνοιξε, κρατώντας το χέρι του ακόμη πάνω απ’ το πρόσωπό του. Ήταν το κεντρικό υπνοδωμάτιο. Ο Καρλ πάγωσε στο κατώφλι. Μία γυναίκα, που έμοιαζε να είναι η Άσα, βρισκόταν πάνω στο ασυνήθιστα μεγάλο κρεβάτι. Τα σεντόνια ήταν τσαλακωμένα και το διπλό πάπλωμα ήταν στην άκρη του κρεβατιού, με το μεγαλύτερο μέρος του να έχει πέσει στο πάτωμα. Τα μαξιλάρια ήταν ανάκατα· δύο βρίσκονταν στο πάτωμα, ένα ήταν όρθιο δίπλα στο κεφαλάρι. Η Άσα ήταν ανάσκελα, φορώντας μόνο ένα φανελάκι και ένα εσώρουχο. Ένα από τα πόδια της κρεμόταν στο πάτωμα, όπως το πάπλωμα, ενώ το άλλο ήταν λυγισμένο. Τα χέρια της ήταν σε μια περίεργη θέση, το ένα ήταν τεντωμένο μακριά από το σώμα της, σαν να πήγαινε να πιάσει κάτι στον κενό χώρο δίπλα της· το άλλο ήταν λυγισμένο στον αγκώνα, με τα δάχτυλα να

ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ 19 αγγίζουν το πιγούνι της. Το κάποτε λευκό φανελάκι της ήταν σκούρο από το ξεραμένο αίμα, όπως και τα καλύμματα του κρεβατιού, και ζαρωμένο στο ύψος της κοιλιάς, η οποία είχε ένα αποτρόπαια γυαλιστερό πράσινο χρώμα. Αντίθετα, τα πόδια της και όλα τα υπόλοιπα μέρη του σώματός της που ήταν εκτεθειμένα, ήταν γκρι, πρησμένα και με σκούρες φλέβες να διακρίνονται πάνω τους. Ως αγρότης, ο Καρλ ήταν εξοικειωμένος με την εικόνα του θανάτου, όμως τα ζώα με τα οποία δούλευε είχαν τρίχωμα πάνω τους, με ελάχιστο γυμνό δέρμα να διακρίνεται. Δεν μπορούσε να είναι εκατό τοις εκατό σίγουρος ότι ήταν η Άσα, καθώς το πρόσωπό της ήταν τόσο παραμορφωμένο όσο και τα άκρα της. Για την ακρίβεια, ήταν πολύ χειρότερα. Υπήρχε μια βαθιά πληγή, που απλωνόταν από την κορυφή του κεφαλιού μέχρι τη μέση του μετώπου της. Η γλώσσα της προεξείχε λίγο ανάμεσα στα άχρωμα χείλη της, και τα θαμπά, φουσκωμένα μάτια της είχαν γυρίσει πίσω προς το κεφάλι της, σαν να προσπαθούσε στις τελευταίες στιγμές της να δει το τραύμα που υπήρχε εκεί. Αλλά ένα πράγμα ήταν σίγουρο: Δεν είχε πεθάνει από φυσικό θάνατο. Περαιτέρω επιβεβαίωση, αν υπήρχε ανάγκη για κάτι τέτοιο, παρείχε το αίμα που είχε πιτσιλίσει τους τοίχους και το πάτωμα. Ούτε το ταβάνι δεν είχε γλιτώσει. Ο Καρλ έβαλε το χέρι στο στόμα του και βγήκε με την όπισθεν από το δωμάτιο. Προσπαθώντας να καταπνίξει τη ναυτία που ένιωθε, πίεσε τον εαυτό του να ψάξει και στα άλλα δωμάτια για τα κορίτσια και τον Ρέινιρ. Η πρώτη πόρτα που άνοιξε ανήκε, απ’ ό,τι διαπίστωσε, στη μεγαλύτερη κόρη, και όταν την είδε, τα έχασε εντελώς. Ο εμετός που εκτοξεύτηκε σε πίδακα από το στόμα του απλώθηκε πάνω στο πηγμένο αίμα που υπήρχε στο πάτωμα. Ξέρασε άλλη μία φορά τη στιγμή που παραπάτησε βγαίνοντας στην αυλή. Είχε δει υπεραρκετά. Σκούπισε το στόμα του στο μανίκι του παλτού του, ύστερα

YRSA SIGURDARDO΄ T T I R 20 μπήκε στο αυτοκίνητό του και έβγαλε με τρεμάμενα χέρια το τηλέφωνο. Βλέποντας ότι δεν είχε σήμα, πέταξε το τηλέφωνο στη θέση του συνοδηγού και έβαλε μπρος τη μηχανή, φοβούμενος ότι θα έκανε πάλι εμετό. Την ώρα που έκανε πανικόβλητος αναστροφή για να γυρίσει, το βλέμμα του έπεσε πάνω στα κτίρια. Σε ένα από τα παράθυρα του πάνω ορόφου της παλιάς αγροικίας οι κουρτίνες ήταν κλειστές, αν και θα ορκιζόταν ότι ήταν όλες ανοιχτές όταν πρωτομπήκε στην αυλή. Γύρισε το τιμόνι και ξεχύθηκε στον δρόμο όσο πιο γρήγορα μπορούσε, δεδομένου του χειμωνιάτικου καιρού. Τη στιγμή που έβγαινε από την έξοδο στον κεντρικό, άρχισε να χιονίζει.

Σε ένα απομονωμένο φιόρδ της Ισλανδίας ένας γείτονας πάει στο σπίτι μιας οικογένειας, που τα ίχνη της έχουν χαθεί για πάνω από μία βδομάδα. Τα αυτοκίνητα της οικογένειας είναι παρκαρισμένα στο γκαράζ του σπιτιού, τα παράθυρα φωτισμένα, όμως κανένας δεν έρχεται να του ανοίξει όταν χτυπάει το κουδούνι. Ο γείτονας αποφασίζει να μπει μέσα από την πίσω πόρτα. Το θέαμα που αντικρίζει τον κάνει να καλέσει την αστυνομία. Ο επιθεωρητής Τιρ και η ιατροδικαστής Ίθουν καλούνται στον τόπο του εγκλήματος για να διερευνήσουν τα αίτια και τον τρόπο με τον οποίο έχουν βρεθεί δολοφονημένα όλα τα μέλη της οικογένειας. Καθώς οι έρευνες προχωρούν, βγαίνουν στο φως κρυμμένα μυστικά από το παρελθόν της οικογένειας και όλοι σιγά σιγά ανακαλύπτουν πως τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Η ομάδα ερευνών μαζί με έναν ακόμα νεαρό αστυνομικό γρήγορα αντιλαμβάνονται πως η υπόθεση θα τους φέρει αντιμέτωπους με το δικό τους παρελθόν. Το κουτί της Πανδώρας έχει ανοίξει. • BLACK ICE 1 • ΒΟΗΘ. ΚΩΔ. MHX/ΣΗΣ 84380 ISBN: 978-618-03-4380-9

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=