Δεν μπορείς να κρυφτείς

YRSA SIGURDARDO΄ T T I R 14 ύστερα χτύπησε. Αυτό έκανε τα σκυλιά να ξεκινήσουν έναν δεύτερο γύρο γαβγίσματος, ταυτόχρονα αυτήν τη φορά. Οι δύο αγελάδες μπήκαν κι αυτές στον χορό με ένα έντονο μουγκρητό, σώπασαν όμως όταν ξαναχτύπησε. Ο Καρλ δεν μπορούσε να αγνοήσει την αίσθηση ότι τα ζώα στον στάβλο άκουγαν, ότι περίμεναν με την ίδια ανυπομονησία, όπως κι αυτός, την πόρτα να ανοίξει. Δεν συνέβη τίποτα. Ακούμπησε το αυτί του στο ξύλο, αλλά δεν μπόρεσε να ακούσει κάποιον ήχο από κίνηση μέσα. Ανασηκώθηκε. Ποιος ήξερε πόσο δυνατός θα έπρεπε να είναι ένας θόρυβος για να διαπεράσει αυτήν τη μασίφ δρύινη πόρτα; Αφήνοντας την πόρτα, κοίταξε μέσα από το κοντινότερο παράθυρο. Ένα φως ήταν αναμμένο μέσα στο σπίτι, αλλά δεν υπήρχε ίχνος ζωής. Η ανησυχία του έγινε πιο έντονη, οδηγώντας τον να κάνει κάτι που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε σκεφτεί ποτέ να κάνει. Έσκυψε μέχρι το γραμματοκιβώτιο και άνοιξε το καπάκι. Η ύπαρξή του από μόνη της ήταν ένα λάθος, μιας και ο αρχιτέκτονας που είχε σχεδιάσει την καινούργια αγροικία δεν είχε ζήσει προφανώς ποτέ στην ύπαιθρο. Εφόσον και το ζευγάρι είχε αντίστοιχη άγνοια, δεν είχαν διορθώσει τα σχέδια. Κανείς στην περιοχή τους δεν παραλάμβανε τα γράμματά του στην πόρτα· αντιθέτως τους τα άφηναν στο γραμματοκιβώτιο που βρισκόταν πάνω στον κεντρικό, δίπλα στην έξοδο για τη φάρμα. Ο Καρλ ετοιμαζόταν να ανοίξει το στόμα του για να φωνάξει μέσα από το στενό άνοιγμα, όταν έκανε πίσω. Μια γνώριμη μυρωδιά τον βρήκε, ταξιδεύοντας πάνω σε ένα ρεύμα ζεστού αέρα. Μια αμυδρή οσμή θανάτου – και δεν ερχόταν από τίποτα ξεραμένες γλάστρες. Τη μύριζε πιο συχνά απ’ ό,τι θα ήθελε: Ήταν η γλυκερή δυσωδία της αποσύνθεσης που άφηναν όλα τα νεκρά ζώα που έμεναν άθαφτα για κάποιον καιρό. Δεν ήταν τόσο έντονη όμως, και αν δεν ήταν αγρότης, μπορεί να μην το είχε πάρει είδη­

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=