1 Τετάρτη Μια ασυνήθιστη ησυχία επικρατούσε στη φάρμα στο Κβαρβ. Δεν υπήρχε ίχνος ζωής. Ούτε καν κάποιο ανεπαίσθητο φύσημα. Γκρίζα σύννεφα κρέμονταν ακίνητα στον ουρανό ή άλλαζαν σχήμα με τέτοια βραδύτητα, που οι κινήσεις τους ήταν ελάχιστα αντιληπτές. Ο Καρλ είχε ξαφνικά μια περίεργη αίσθηση ότι ο χρόνος είχε σταματήσει. Έκλεισε το δελτίο καιρού που έπαιζε στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου. Ο εκφωνητής είχε περάσει στη μετεωρολογική πρόγνωση για τη ναυτιλία, απαριθμώντας τα ονόματα των διάφορων θαλάσσιων περιοχών, κάτι που δεν ενδιέφερε καθόλου τον Καρλ. Η μία και μοναδική εμπειρία που είχε σε αλιευτικό στα νιάτα του τον είχε πείσει να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του στη στεριά. Πήρε το σκουφί του από το κάθισμα του συνοδηγού και βγήκε απ’ το αυτοκίνητο, αλλά δεν το φόρεσε αμέσως, καθώς ήθελε να ακούσει με τα αυτιά του ξεσκέπαστα. Η σιωπή ήταν απόλυτη: Τα περισσότερα πουλιά είχαν φύγει από καιρό τώρα, είτε μεταναστεύοντας πιο κοντά στον ήλιο νότια είτε φεύγοντας προς την ακτή, προς την εύκολη λεία που υπήρχε στις πόλεις και στα χωριά. Οι φωνές των ποταμών και των ρεμάτων είχαν πνιγεί από τα
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=