Δεν μπορείς να κρυφτείς

YRSA SIGURDARDO΄ T T I R 12 ήταν τσιμεντένιο, το πίσω μέρος, το οποίο δεν φαινόταν από την αυλή, αποτελούνταν από ένα μεγάλο γυάλινο δωμάτιο, που στέγαζε μία επαγγελματική κουζίνα και ένα ανοιχτό σαλόνι με τραπεζαρία και τζάκι. Οι καινούργιοι ιδιοκτήτες είχαν πει στον Καρλ ότι το είχαν φανταστεί σαν έναν χώρο όπου θα μπορούσαν να μαγειρεύουν, να τρώνε και να χαλαρώνουν βρισκόμενοι σε στενή επαφή με τη φύση. Εκείνος είχε απλώς κουνήσει το κεφάλι του σκεπτόμενος ότι είχε να κάνει με ανθρώπους που με την ίδια λογική θα μπορούσαν να είχαν δώσει ένα σωρό λεφτά για να ζήσουν σε μια γυάλινη φούσκα στη μέση κάποιου βάλτου. Δεν μπορούσε να το καταλάβει, μιας και προτιμούσε να ζει στη φύση χωρίς κανενός είδους φραγμούς – ακόμα και αν αυτοί ήταν διάφανοι. Το ζευγάρι ζούσε με τις δύο κόρες του εδώ λίγο πάνω από έναν χρόνο και μέσα σε αυτό το διάστημα η άποψή του γι’ αυτούς είχε αλλάξει. Δεν τους απαξίωνε πια ως το είδος των ανθρώπων που είχαν πιο πολλά λεφτά από μυαλό. Συνέχιζε να μην μπορεί να καταλάβει τα μισά από όσα θεωρούσε ότι ήταν παράλογα σχέδια από την πλευρά τους, αλλά τους συμπαθούσε. Ήταν δύσκολο να μην τους συμπαθήσει. Η σύζυγος, η Άσα, ήταν υπέροχη· γελούσε εύκολα με τον εαυτό της και τις προσπάθειές της να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Ο σύζυγός της, ο Ρέινιρ, δεν ήταν το ίδιο εξωστρεφής και συχνά φαινόταν λίγο αφηρημένος, έδειχνε ωστόσο ειλικρινής. Κρίνοντας από την ανέγγιχτη επιφάνεια του χιονιού, ο Καρλ συμπέρανε ότι κανείς δεν είχε διασχίσει την αυλή μετά τη χθεσινή έντονη χιονόπτωση. Αλλά όταν πλησίασε την μπροστινή πόρτα, είδε ότι τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι. Υπήρχαν ίχνη που οδηγούσαν από το σύγχρονο σπίτι στον μικρό στάβλο με τα λιγοστά ζώα της φάρμας, πέρα από τις κότες που ζούσαν στο κοτέτσι πίσω από το καινούργιο κτίριο.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=