ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ 19 αγγίζουν το πιγούνι της. Το κάποτε λευκό φανελάκι της ήταν σκούρο από το ξεραμένο αίμα, όπως και τα καλύμματα του κρεβατιού, και ζαρωμένο στο ύψος της κοιλιάς, η οποία είχε ένα αποτρόπαια γυαλιστερό πράσινο χρώμα. Αντίθετα, τα πόδια της και όλα τα υπόλοιπα μέρη του σώματός της που ήταν εκτεθειμένα, ήταν γκρι, πρησμένα και με σκούρες φλέβες να διακρίνονται πάνω τους. Ως αγρότης, ο Καρλ ήταν εξοικειωμένος με την εικόνα του θανάτου, όμως τα ζώα με τα οποία δούλευε είχαν τρίχωμα πάνω τους, με ελάχιστο γυμνό δέρμα να διακρίνεται. Δεν μπορούσε να είναι εκατό τοις εκατό σίγουρος ότι ήταν η Άσα, καθώς το πρόσωπό της ήταν τόσο παραμορφωμένο όσο και τα άκρα της. Για την ακρίβεια, ήταν πολύ χειρότερα. Υπήρχε μια βαθιά πληγή, που απλωνόταν από την κορυφή του κεφαλιού μέχρι τη μέση του μετώπου της. Η γλώσσα της προεξείχε λίγο ανάμεσα στα άχρωμα χείλη της, και τα θαμπά, φουσκωμένα μάτια της είχαν γυρίσει πίσω προς το κεφάλι της, σαν να προσπαθούσε στις τελευταίες στιγμές της να δει το τραύμα που υπήρχε εκεί. Αλλά ένα πράγμα ήταν σίγουρο: Δεν είχε πεθάνει από φυσικό θάνατο. Περαιτέρω επιβεβαίωση, αν υπήρχε ανάγκη για κάτι τέτοιο, παρείχε το αίμα που είχε πιτσιλίσει τους τοίχους και το πάτωμα. Ούτε το ταβάνι δεν είχε γλιτώσει. Ο Καρλ έβαλε το χέρι στο στόμα του και βγήκε με την όπισθεν από το δωμάτιο. Προσπαθώντας να καταπνίξει τη ναυτία που ένιωθε, πίεσε τον εαυτό του να ψάξει και στα άλλα δωμάτια για τα κορίτσια και τον Ρέινιρ. Η πρώτη πόρτα που άνοιξε ανήκε, απ’ ό,τι διαπίστωσε, στη μεγαλύτερη κόρη, και όταν την είδε, τα έχασε εντελώς. Ο εμετός που εκτοξεύτηκε σε πίδακα από το στόμα του απλώθηκε πάνω στο πηγμένο αίμα που υπήρχε στο πάτωμα. Ξέρασε άλλη μία φορά τη στιγμή που παραπάτησε βγαίνοντας στην αυλή. Είχε δει υπεραρκετά. Σκούπισε το στόμα του στο μανίκι του παλτού του, ύστερα
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=