ΣΤΑΘΉΣ N. ΚΑΛΥΒΑΣ ΝΑΤΑΣΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΉ BIG BANG 1970-1973 Ή ΑΝΘΉΣΉ ΤΌΥ ΠΌΛΙΤΙΣΜΌΥ ΣΤΑ ΧΡΌΝΙΑ ΤΉΣ ΔΙΚΤΑΤΌΡΙΑΣ
BIG BANG 1970-1973 Η ΑΝΘΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ
Πρώτη έκδοση Δεκέμβριος 2025 Επιμέλεια έκδοσης Ελένη Μπούρα, Στέλα Ζουμπουλάκη Διόρθωση τυπογραφικών δοκιμίων Γιώργος Γιαννούσης Σελιδοποίηση Μαριολένη Αντύπα Καλλιτεχνική επιμέλεια – Σχεδιασμός εξωφύλλου Studio Hervik © 2025, Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Στάθης Ν. Καλύβας και Νατάσα Τριανταφύλλη ISBN 978-618-03-4603-9 ΒOΗΘ. ΚΩΔ. ΜΗΧ/ΣΗΣ 84603 Κ.Ε.Π. 6526, Κ.Π. 22515 Δεν επιτρέπεται η με οποιονδήποτε τρόπο χρήση ή αναπαραγωγή ολόκληρου ή μέρους του βιβλίου με σκοπό την εκπαίδευση τεχνολογιών ή συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Το παρόν έργο προστατεύεται από τη διαδικασία εξόρυξης κειμένου και δεδομένων (Άρθρο 4(3) Οδηγία (ΕΕ) 2019/790). Το παρόν έργο πνευµατικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Nόµου (N. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήµερα) και τις διεθνείς συµβάσεις περί πνευµατικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε µέσο ή τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκµίσθωση ή δανεισµός, µετάφραση, διασκευή, αναµετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε µορφή (ηλεκτρονική, µηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκµετάλλευση του συνόλου ή µέρους του έργου. Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003500 metaixmio.gr • [email protected] Κεντρική διάθεση Ασκληπιού 18, 106 80 Αθήνα τηλ.: 210 3647433 Bιβλιοπωλεία ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ • Aσκληπιού 18, 106 80 Aθήνα τηλ.: 210 3647433 • Πολυχώρος, Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003580, fax: 211 3003581
ΣΤΑΘΗΣ N. ΚΑΛΥΒΑΣ ΝΑΤΑΣΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΗ BIG BANG 1970-1973 Η ΆΝΘΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΎ ΣΤΑ ΧΡΌΝΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΊΑΣ
Στη Μαρία, τη Μαριάννα και την Έλενα για το δικό τους Big Bang
Ὥσπερ σάρμα εἰκῆ κεχυμένων ὁ κάλλιστος […] κόσμος Ηράκλειτος - Αποσπάσματα για μια Ηθική
14 Πρόλογος 20 Εισαγωγή: «Ήτανε μια μαγεία» 53 Πρώτο Μέρος: Γρίφοι και απαντήσεις 55 «Σαν να σκοτείνιασε ο ουρανός» 91 «Σκέτη παράνοια ασυντόνιστων υπηρεσιών, μην το ψάχνετε…» 127 «Ξαναμπαίνει μπροστά η μασίνα παραγωγής» 161 Τρία ερωτήματα και απαντήσεις γύρω από ένα δημιουργικό τσουνάμι 213 Δεύτερο Μέρος: 10+1 Big Bangs 217 1968-1971 219 Διονύσης Σαββόπουλος: Γόνιμη επιστροφή 237 Κυριακή Παπαδοπούλου (Μαρινέλλα): Έγχρωμη μεταμόρφωση 245 Κώστας Ταχτσής: Ανέλπιστη επιτυχία 263 Θόδωρος Αγγελόπουλος: Μεγάλη χαρά και ανακούφιση 277 Μαρίζα Κωχ: Ψυχεδελική έκρηξη 289 1972-1975 291 Νανά Καλλιανέση: Σπάνια ευφορία 299 Λευτέρης Παπαδόπουλος: Αστήριχτος φόβος 311 Διονύσης Σαββόπουλος: Αέναη μετάλλαξη 323 Μάνος Χατζιδάκις: Αιρετική ροπή 337 Μάνος Κατράκης: Κοσμικό βάθος 349 Θάνος Μικρούτσικος: Δυναμική εμφάνιση 357 Ένα άλλο Big Bang: Μίκης Θεοδωράκης 359 Τέχνη και επανάσταση και παγκόσμια ακτινοβολία 391 Χαμένη άνοιξη 409 Αποθέωση και αποκαθήλωση
427 Τρίτο Μέρος: Τεκμήρια 429 Το Big Bang στα γράμματα 461 Το Big Bang στο θέατρο 489 Το Big Bang στον κινηματογράφο 515 Το Big Bang στο τραγούδι 553 Το Big Bang στις εικαστικές τέχνες 580 Επίλογος 616 Παράρτημα: Ενδεικτική εργογραφία 617 Πεζογραφία: Eνδεικτικοί τίτλοι 620 Ενδεικτική επιλογή θεατρικών παραστάσεων 647 Ενδεικτική επιλογή κινηματογραφικών ταινιών 653 Ενδεικτική δισκογραφία (LPs) 660 Ενδεικτική επιλογή ατομικών και ομαδικών εκθέσεων 671 Βιβλιογραφία 701 Eυρετήριο ονομάτων
Αυτός είναι ακριβώς ο ρόλος του δημιουργού: Να διαλύει τις συγχύσεις, να βρίσκει το αληθινό νόημα του καιρού του. Τάσος Φαληρέας, 1998*
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ: 10+1 BIG BANGS
Ι. 1968-1971 Οκτώβριος 1968: Γόνιμη επιστροφή Δεκέμβριος 1968: Έγχρωμη μεταμόρφωση Αύγουστος 1969: Ανέλπιστη επιτυχία Σεπτέμβριος 1970: Μεγάλη χαρά και ανακούφιση Ιούνιος 1971: Ψυχεδελική έκρηξη ΙΙ. 1972-1975 Μάρτιος 1972: Σπάνια ευφορία Μάιος 1972: Αστήριχτος φόβος Νοέμβριος 1972: Αέναη μετάλλαξη Δεκέμβριος 1972: Αιρετική ροπή Μάρτιος 1974: Κοσμικό βάθος Σεπτέμβριος 1975: Δυναμική εμφάνιση ΙΙΙ. Ένα άλλο Big Bang Οκτώβριος 1973: Τέχνη και επανάσταση και παγκόσμια ακτινοβολία Νοέμβριος 1973: Χαμένη άνοιξη Ιούλιος 1974: Αποθέωση και αποκαθήλωση Dramatis Personae Θόδωρος Αγγελόπουλος (1935-2012) Μίκης Θεοδωράκης (1925-2021) Νανά Καλλιανέση (1915-1988) Μάνος Κατράκης (1908-1984) Μαρίζα Κωχ (1944-) Θάνος Μικρούτσικος (1947-2019) Λευτέρης Παπαδόπουλος (1935-) Κυριακή Παπαδοπούλου (Μαρινέλλα) (1938-) Διονύσης Σαββόπουλος (1944-2025) Κώστας Ταχτσής (1927-1988) Μάνος Χατζιδάκις (1925-1994)
1968-1971 ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ: ΓΟΝΙΜΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ (ΜΑΡΙΝΕΛΛΑ): ΕΓΧΡΩΜΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΚΩΣΤΑΣ ΤΑΧΤΣΗΣ: ΑΝΕΛΠΙΣΤΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΘΟΔΩΡΟΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ: ΜΕΓΑΛΗ ΧΑΡΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΗ ΜΑΡΙΖΑ ΚΩΧ: ΨΥΧΕΔΕΛΙΚΗ ΕΚΡΗΞΗ 
«Πώς ο εφιάλτης μετατρέπεται σε δροσερό αεράκι;»* O Διονύσης Σαββόπουλος στο Ροντέο, χειμώνας 1969-1970. Επίκαιρα 121, 27 Νοεμβρίου – 4 Δεκεμβρίου 1970 (Βιβλιοθήκη ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ)
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ: ΓΟΝΙΜΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ Οκτώβριος 1968: Ο ουρανός στο Μιλάνο είναι γκρίζος και το κρύο υγρό και τσουχτερό. Ο Διονύσης Σαββόπουλος, με τη γυναίκα του την Άσπα, μένει εκεί από τον Ιούνιο. Η άφιξή του υπήρξε επεισοδιακή: «Από το Παρίσι πήγαμε στο Μιλάνο, την προηγουμένη της αντιδιαδήλωσης του Ντε Γκολ. Τον Μάιο του ‘68 είχαν κοπεί οι συγκοινωνίες, απεργούσαν ως και οι τελωνοφύλακες. Λοιπόν, κινηθήκαμε με οτοστόπ με διάφορα φορτηγά, μα κάθε τρεις και λίγο η Άσπα ήθελε να σταματήσουμε για να κάνει εμετό. Ο άνθρωπος μας περίμενε, την επόμενη φορά όμως ντρεπόμουνα, τον χαιρετούσα και άντε πάλι από την αρχή να προσπαθείς να βρεις φορτηγά. Φοβηθήκαμε εγκυμοσύνη. Ταλαιπωρημένοι φτάσαμε κάποια στιγμή στο Μιλάνο. Ήταν όντως εγκυμοσύνη».1 Τα πράγματα έχουν σφίξει. Κάποιες αχνές ελπίδες για ηχογράφηση ενός δίσκου στην Ιταλία διαψεύδονται. Το άγνωστο έχει χάσει πια τη γοητεία του, φαντάζει σκληρό και απειλητικό. Ο εικοσιπεντάχρονος Διονύσης Σαββόπουλος, μελλοντικός πατέρας, δίχως δουλειά και επαγγελματική προοπτική, αντιμετωπίζει ένα αδιανόητο ως τότε ενδεχόμενο: να επιστρέψει στην Ελλάδα. «Δεν θα μπορούσαμε όμως να ζήσουμε στο Μιλάνο με μωρό. Χωρίς τα στοιχειώδη. Χωρίς στέγη, μόνο με κάτι ελπίδες φλου αρτιστίκ για καριέρα στην Ευρώπη. Αποφάσισα να γυρίσω στην Ελλάδα. Στο κάτω κάτω, εκεί ήταν οι οικογένειές μας, οι γνωστοί μας, δεν θα ήμασταν μόνοι. Παραμέρισα τους φόβους ότι μπορεί και να με συλλάβουνε εκεί. Έπρεπε, όπως λέγαν οι παλιοί, να αναλάβω τις ευθύνες μου. […] Οκτώβρης ήτανε. Δέκα μήνες αφότου είχα φύγει, επέστρεφα πάλι στην Αθήνα».2 Κατά τρόπο ανέλπιστο, η επιστροφή του θα αποδειχτεί μια νέα αρχή. Και μάλιστα θριαμβευτική. 1 Σαββόπουλος (2009). 2 Σαββόπουλος (2025), 150. * Φαληρέας (2011), 337. * Συνέντευξη στη Γυναίκα (1975).
220 Big Bang 1970-1973 Το «Νέο Κύμα» είναι όρος που προέρχεται από τον γαλλικό κινηματογράφο, όπου χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια τάση που ξεκινά τη δεκαετία του ’50 και χαρακτηρίζεται από νεανικότητα, φρεσκάδα, αμεσότητα και νατουραλισμό. Τον όρο «κλέβει» ο Αλέκος Πατσιφάς, που διευθύνει τη δισκογραφική εταιρεία LYRA, και τον χρησιμοποιεί ως «ευφυέστατο διαφημιστικό σλόγκαν»3 για να λανσάρει νέους τραγουδιστές (Καίτη Χωματά, Πόπη Αστεριάδη, Λάκης Παππάς) που ανανεώνουν το ελαφρό τραγούδι με ένα ύφος που χαρακτηρίζεται από λιτότητα, δροσιά στη μελωδική και αρμονική έκφραση, ερωτικό κυρίως λυρισμό στους στίχους και μια χαμηλότονη θεματολογία που παρακάμπτει την πολιτική. Φυσικός χώρος του είναι οι μπουάτ της Πλάκας όπου αναπτύσσεται μια άμεση και ζωντανή σχέση ανάμεσα στους τραγουδιστές και ένα αστικό, κυρίως, νεανικό κοινό. Πρωτεργάτης του Νέου Κύματος είναι ο νεαρός συνθέτης Γιάννης Σπανός, που γίνεται γνωστός το 1963 με το τραγούδι Μια αγάπη για το καλοκαίρι που ερμηνεύει η ως τότε άγνωστη Καίτη Χωματά.4 Τότε είναι που θα κάνει την εμφάνισή του ένας νεαρός από τη Θεσσαλονίκη. Αδύνατος προς το άσχημο, με χωρίστρα, χαρακτηριστικό μουστάκι και οριακά παράφωνη φωνή, «μέτριος στη δεξιοτεχνία αλλά ευφάνταστος»,5 «ιδιόμορφη και μοναδική περίπτωση»,6 είναι συγχρόνως φιλόδοξος και ευθύς, στα όρια της θρασύτητας. Γεννημένος το 1944, μεγαλωμένος σε προσφυγικής καταγωγής οικογένεια, αισθάνεται να ασφυκτιά στο συντηρητικό περιβάλλον της μετεμφυλιακής Θεσσαλονίκης, όπως άλλωστε και πολλοί συνομήλικοί του: Μετά τον πόλεμο, μετά τον Εμφύλιο, εδώ στην Ελλάδα ο κόσμος είδε παρά πολλά πτώματα και συντηρητικοποιήθηκε, φοβήθηκε. Μεγαλώναμε μέσα σε σπίτια φοβισμένων ανθρώπων: «Τι ώρα θα γυρίσεις;», «Ποιους βλέπεις;». Αυτό όμως ήταν τρομερά καταπιεστικό για εμάς που τότε ήμασταν παιδιά: «Τι ώρα είναι αυτή που γύρισες;», «Ποιοι είναι οι φίλοι σου;», «Τα μαλλιά γιατί τα έχεις έτσι;». Αισθανόσουν μεν μία θαλπωρή, γιατί υπήρχε ακόμη η γειτονιά, η ενορία, η εκκλησία, το σπίτι, το σόι, οι θείοι, και ταυτόχρονα αισθανόσουν μία τεράστια ανάγκη εξόδου από αυτά τα πράγματα. Να σηκωθείς να φύγεις. [...] Ούτε είχα κανέναν συγκεκριμένο στόχο, τι θα κάνω φεύγοντας. Ήθελα να φύγω από το σπίτι μου, να αλητέψω, αυτή είναι η αλήθεια.7 Στην Αθήνα καταφτάνει το 1963 κάνοντας οτοστόπ με ένα φορτηγό, μια ιστορία που θα διηγηθεί έκτοτε άπειρες φορές. Φορτηγό θα τιτλοφορήσει τον εμβληματικό του πρώτο δίσκο έπειτα από δύο χρόνια. Στην πρωτεύουσα διάγει μια «ζωή ελεύθερη», μποέμι3 Μυλωνάς (1985), 172. 4 Μυλωνάς (1985), 172. 5 Ελληνιάδης (2019). 6 Μυλωνάς (1992), 195. 7 Hulot και Διοσκουρίδης (2020).
221 Δεύτερο Μέρος: 10+1 Big Bangs κη κι αλήτικη. «Άφηνα τον εαυτό μου να… τσουλήσει προς όλες τις κατευθύνσεις».8 «Ήμουν δεκαεννιά χρονών, ήμουν ένας ξέγνοιαστος και άπλυτος επαναστάτης, και περιφερόμουν φλύαρος και ημίμουρλος με το κεφάλι ακούρευτο, όλο ιδέες και τραγούδια» διηγείται και αναφωνεί: «Ζήτω η χρυσή μποεμία!»9 Η χαλαρότητα δεν τον εμποδίζει να καταστρώσει ένα σχέδιο επιτυχίας που ξεκινά με την ακούραστη και συστηματική του δικτύωση στο μουσικό στερέωμα της εποχής. «Δεν ήξερα κανέναν» διηγείται. «Είχα μόνο 100 δραχμές και πήγα το πρώτο βράδυ και τις έφαγα στου Τσιτσάνη, αλλά και κείνος μου είπε την Αρχόντισσα και καθόμουν στο τραπεζάκι μόνος και άκουγα. Μετά πήγα στο Παρκ απ’ τα παρασκήνια να πιάσω θέση στη χορωδία –θυμάσαι: Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Μαγική πόλη– και αποτάθηκα σ’ ένα μεγάλο κεφάλι που ήταν υπεύθυνος εκεί, τον Μάνο Λοΐζο».10 Βιοπορίζεται με δουλειές του ποδαριού, ρεπόρτερ και αχθοφόρος, ως και γυμνό μοντέλο στη Σχολή Καλών Τεχνών, μετακινείται από σπίτι σε σπίτι, ενίοτε με τρόπο επεισοδιακό – ο Γιάννης Μαρκόπουλος θα τον διώξει γιατί ήταν «φορτικώτατος και ενοχλητικώτατος», αλλά κι ο Μάνος Λοΐζος θα τον πετάξει έξω παρεξηγώντας την «εφηβική του αθυροστομία» ως προσβολή στη γυναίκα του. Μέσω της Νεολαίας Λαμπράκη θα ζητήσει βοήθεια από τον Μίκη Θεοδωράκη που θα τον τοποθετήσει στην εφημερίδα της ΕΔΑ Δημοκρατική Αλλαγή. Ζητά περισσότερα, θυμάται ο Θεοδωράκης: «Με πιάνει και μου λέει: “Κύριε Μίκη, βαριέμαι να κάνω τον κριτικό, δεν μου αρέσει. Δεν με παίρνετε μαζί σας στο πρόγραμμα με την Ντόρα Γιαννακοπούλου να παίζω τα τραγούδια μου;” Έτσι κι έγινε».11 Η ενηλικίωσή του θα συμπέσει με μια νέα εποχή: Λέγεται δεν λέγεται, εγώ θα το πω. Πραγματικά, το φαινόμενο ήταν περίεργο. Είχαμε μία μουσική από τον Πρίσλεϊ και μετά, που αυτοί οι οποίοι ήταν κάτω από τα 25 την καταλάβαιναν πολύ καλά και τη γλεντούσαν, και αυτοί που ήταν πάνω από τα 25 την έβρισκαν εντελώς ακατανόητη. Έλεγαν: «Μα τι ακούτε;». Αυτό δεν είχε ξαναγίνει, γιατί παλιά δεν υπήρχε μουσική για νέους, η μουσική ήταν μία, τα τραγούδια τα άκουγαν όλοι. Άκουγαν Βέμπο οι γονείς μας, Βέμπο ακούγαμε και εμείς, δεν ακούγαμε κάτι άλλο. […] Είχες την εντύπωση ότι τα πάντα είναι δυνατά, ότι τα πάντα μπορούν να ειπωθούν. Το ’60 εγώ ήμουν 15 ετών και αναρωτιόμουν: «Γιατί το τραγούδι να λέει μόνο ερωτικά θέματα, δεν μπορεί να φιλοσοφεί; Δεν μπορεί να στοχάζεται; Να μιλάει για την πολιτική ή για την ύπαρξη;». Προσπάθησα να κάνω τέτοια τραγούδια και από την αποδοχή που είχαν συμπέρανα ότι κάτι παρόμοιο σκεφτόντουσαν και οι άλλοι. Το ενδιαφέρον είναι ότι το ίδιο συνέβαινε διεθνώς.12 8 Μπακομάρου (1971). 9 Σαββόπουλος (2025), 85, Λαχάς (1966). 10 Πηλιχός (1975). 11 Μποσκοΐτης (2018α), 81. 12 Σαββόπουλος (2020).
222 Big Bang 1970-1973 Πρώτη δουλειά επ’ αμοιβή στις Εννέα Μούσες του Ζουγανέλη στη Μύκονο μπροστά σε ένα αδιάφορο τουριστικό κοινό το καλοκαίρι του 1964, έπειτα από μεσολάβηση πάλι του Θεοδωράκη.13 Σιγά σιγά βρίσκει τον δρόμο του προς τις μπουάτ της Πλάκας, ξεκινώντας από τη Στοά του Γιώργου Κούνδουρου μαζί με τη Μαρία Φαραντούρη και τον Μάνο Λοΐζο, όπου τραγουδά «μη ακουόμενος»: «Όταν έβγαινα, ο κόσμος έλεγε: “Ωχ, πάλι αυτός;”».14 Συνεχίζει στη Ρουλότα, ένα μικροσκοπικό υπόγειο στην οδό Βουλής, με την Καίτη Χωματά, χωρίς πίστα ούτε μικρόφωνα, μόνο ένα σκαμπό. «Κάναμε τρία προγράμματα, δεν ήταν ακριβώς προγράμματα, ήταν ένα στέκι, σαν ένα μπαράκι, όπου κάθεσαι και μιλάς και ακούς μουσική απ’ το μαγνητόφωνο και κάθε είκοσι λεπτά βγαίνει ο Σαββόπουλος, τραγουδάει λίγο, σταματάει, κάθεται με τις παρέες και αυτός – δεν υπήρχε άλλος χώρος να καθίσεις, εξάλλου».15 Θα ακολουθήσει μια άλλη μπουάτ στην Πλάκα, η Παράγκα. Ο Νίκος Μαμαγκάκης τον συστήνει στη LYRA, όπου με τα πολλά βγάζει τα πρώτα του δισκάκια 45 στροφών τo 1964 και το 1965 με γενικό τίτλο Ο Διονύσης Σαββόπουλος και η κιθάρα του και σλόγκαν «Το Νέο Κύμα στο ελληνικό τραγούδι». Ξεχωρίζουν οι μπαλάντες Μια θάλασσα μικρή και Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη.16 Η υποδοχή είναι θετική, αλλά η επιτυχία δεν είναι στο ραντεβού. «Σε ακούνε;» τον ρωτά ο Φώντας Λάδης το 1966. «Πολύ λίγοι» απαντά αυτός. «Οι δίσκοι μου έχουν μικρή κυκλοφορία».17 Πολύ πιο γνωστός και ανερχόμενος στο είδος αυτό είναι ο Νότης Μαυρουδής, που το 1965 αποκτά πανελλήνια αναγνώριση κατακτώντας το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης με το (εντελώς ξεχασμένο σήμερα) τραγούδι Ήταν μεγάλη η νύχτα.18 Αυτό που θα διαχωρίσει τον Σαββόπουλο από τους άλλους είναι το έντονο και ιδιαίτερο προσωπικό στίγμα: θα το καλλιεργήσει από την αρχή και θα επιχειρήσει να απομακρυνθεί τόσο από τα κλισέ και τις μεγαλοστομίες της εποχής όσο και από τους «συναδέλφους» του του Νέου Κύματος. «Έντονα στοιχεία πολιτικού και υπαρξιακού προβληματισμού, κοινωνική κριτική, ο δρόμος, το πανηγύρι, η ειρωνεία. Και πάνω απ’ όλα η ολιστική λειτουργία της τέχνης του: μουσική, στίχοι, τραγούδι, περφόρμανς. One man show».19 Πάνω στα στοιχεία αυτά θα «χτίσει» σταδιακά το πρώτο του αφοσιωμένο κοινό, που αποτελείται κυρίως από «φοιτητές, νεολαία και τον κόσμο των διανοουμένων».20 Αυτό περιγράφει το 13 Σαββόπουλος (2025), 88. 14 Πηλιχός (1975). 15 Σαββόπουλος (2020). 16 Πηλιχός (1975). Τα υπόλοιπα τραγούδια: Εγερτήριο και Τα πουλιά της δυστυχίας. 17 Λάδης (1966). 18 Μυλωνάς (1985), 187. 19 Κάσδαγλης (2022), 34. 20 Μυλωνάς (1992), 196.
223 Δεύτερο Μέρος: 10+1 Big Bangs 1965 ο 26χρονος Γιάννης Καλεώδης, γράφοντας με το ψευδώνυμο Γ.Μ. Καλιόρης στην Επιθεώρηση Τέχνης: Μια σύμπτωση οδήγησε κάποιο βράδυ τα βήματά μας στο σπίτι ενός νέου τραγουδιστή – του Διονύση Σαββόπουλου. Είναι ένας νέος εικοσιενός περίπου ετών, ο οποίος σαν τους παλιούς εκείνους «ραψωδούς», τους περιπλανώμενους τροβαδούρους του Μεσαίωνα –που εκφράζονταν μέσα απ’ όλα τα στοιχεία του τραγουδιού πριν το τελευταίο καταμεριστεί σε «τομείς»–, γράφει τους στίχους και τη μουσική και τραγουδάει ο ίδιος συνοδεύοντας με την κιθάρα του. Μας τραγούδησε αρκετά απ’ τα τραγούδια του, με μια φωνή παράξενη, υπόβραχνη, μικρή σε ένταση, μοναδική ωστόσο για ν’ αποδώσει αυτήν ακριβώς την «ειδοποιό» αίσθησή τους. […] Τα τραγούδια είναι τέτοια, που η διαφάνειά τους, ή καλύτερα η ίδια τους η ζωή, εξαρτάται από τη δική μας προσπάθεια ν’ αυτενεργήσουμε πάνω τους – όχι μόνο δεν μας μουδιάζουν, δεν μας αποκαρώνουν με μελωδικές φαντασμαγορίες κι εύκολες συγκινήσεις, αλλά προϋποθέτουν και προκαλούν την ενεργό συμμετοχή μας, τη δική μας πρωτοβουλία. Και κάτι περισσότερο – προϋποθέτουν μιαν αίσθηση εσωτερικής ελευθερίας που μόνο μέσα της μπορεί να αποκρυπτογραφηθεί και να γονιμοποιηθεί ο πλούτος τους.21 Όταν, την άνοιξη του 1966, ο φίλος του Φώντας Λάδης τού ζητάει να του πει «με κάθε ειλικρίνεια», από μια κάπως αυστηρή αριστερή σκοπιά, είναι η αλήθεια, τι νομίζει «πως αντιπροσωπεύει μέσα σ’ ένα σύνολο οχτώ εκατομμυρίων ανθρώπων, που στη συντριπτική τους πλειοψηφία συνθλίβονται από τη σκληρή δουλειά και ελάχιστος καιρός τούς μένει για να φωνάξουν τον καημό τους», ο Σαββόπουλος δεν διστάζει να του απαντήσει με τόλμη (θράσος;): «Δεν αντιπροσωπεύω παρά τον εαυτό μου».22 Και σε αυτό, θα σπεύσει να προσθέσει, ο Μάνος Χατζιδάκις τον εμπνέει, γιατί «γράφει τραγούδια με μεράκι. Δεν δίνει πεντάρα τι θα πουν οι άλλοι. Ό,τι γράφει, από αγάπη το γράφει».23 Το Φορτηγό, ο πρώτος του δίσκος 33 στροφών, κυκλοφορεί τον Νοέμβριο του 1966. Περιέχει δεκαεφτά τραγούδια με ένα φιλόδοξο και ολοκληρωμένο μουσικό στίγμα που έχει ήδη αφήσει πίσω του το Νέο Κύμα. Δίπλα στις «νεοκυματικού» τύπου επιτυχίες του (Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη, Συννεφούλα) αλλά και μπαλάντες με κοινωνικοπολιτικό στίχο (Τα κορίτσια, Ήλιε, ήλιε αρχηγέ), ο δίσκος περιέχει τραγούδια με πιο πειραματικό στίχο και μουσική δομή, προλογίζοντας έτσι «τη θεαματική συνέχεια της καλλιτεχνικής πορείας του Σαββόπουλου».24 Μέσα σ’ ένα πολιτικό περιβάλλον που οριοθετούσαν σαφείς, μεγάλες και ηρωικές βεβαιότητες, εκείνος 21 Καλιόρης (1965), 529. 22 Λάδης (1966). 23 Λαχάς (1966). 24 Μυλωνάς (1985), 215.
224 Big Bang 1970-1973 υπογράμμιζε τις αμφιβολίες που τον έφερναν στο «αμήν».25 Είναι η πρώτη εμφάνιση μιας «μεθόδου» που θα περιγραφεί αργότερα ως το ιδιαίτερο «κράμα» του: λειτουργεί σαν σφουγγάρι, εισπνέει ό,τι περιφέρεται γύρω του, το επεξεργάζεται, το μεταλλάσσει, το εμπλουτίζει, το ανασυνθέτει, το ανασυγκροτεί, το διασκευάζει και το αναδιαμορφώνει με τρόπο που συγκινεί το ακροατήριό του. Στο Φορτηγό, το κράμα περιλαμβάνει τον Γάλλο τροβαδούρο Ζορζ Μπρασένς, τον Μπομπ Ντίλαν, αλλά και τους Θεσσαλονικιούς διανοούμενους Ασλάνογλου, Χριστιανόπουλο και Πεντζίκη.26 Η κυκλοφορία ενός μεγάλου δίσκου την εποχή εκείνη είναι από μόνη της σημαντική επιτυχία, κι έτσι τη βιώνει ο Σαββόπουλος: «Να, αυτή η ταχύτητα που κόβει την αναπνοή, σαν να μην επαρκεί ο αέρας. Ήμουν άλλος ένας έφηβος εναντίον της πραγματικότητας, αλλά αυτό γινόταν πρώτη φορά με δίσκο».27 Αρχικά, όμως, ο δίσκος περνάει απαρατήρητος: «Το Φορτηγό δεν πουλούσε σχεδόν τίποτα» λέει, γεγονός που τον απογοητεύει. Σκέφτεται ακόμα και να αποσυρθεί και να μπαρκάρει.28 Φαντασιώσεις, προφανώς. Γρήγορα ξεπερνά την κατάθλιψή του, αισθάνεται παντοδύναμος και δεν το κρύβει: «Είν’ ένα θαύμα αυτή η ερωτική σχέση ανάμεσα σε μένα και το ακροατήριο» δηλώνει τον Μάρτιο του 1967. «Κυριαρχώ και δικαιούμαι. Με τα τραγούδια μπορώ να πληρώσω τα σπασμένα από τις καθημερινές μου σχέσεις. Κι ακόμα έτσι μόνο ξέρω να ξεσπώ κοινωνικά».29 Με το που μπαίνει το 1967, ο Σαββόπουλος έχει γίνει πια γνωστός σε έναν μικρό αλλά επιδραστικό κύκλο, όπου θεωρείται ανερχόμενο αστέρι, καλλιεργώντας την ιδιαίτερη περσόνα του δήθεν ανέμελου, αν και σαρδόνια είρωνα, και κλαυσιγελαστικά υπάρχοντα μοναχικού σαλτιμπάγκου, πλανόδιου μουσικού, γυρολόγου ποιητή, υποκριτή, ένοχου μα και αθώου περαστικού, στα ρημαγμένα μεταπολεμικά πεδία του εικοστού αιώνα, στην Ελλάδα, στο δεύτερο μισό, στα διάσημα σίξτις. […] Αδύνατος, ξεγλέντζουρος, με το πεταχτό του μήλο τού Αδάμ να συναγωνίζεται σε αεικινησία τα στρογγυλά ματάκια του, κομμάτι παιδαριογέρων, σοφά αθώος, αποταγμένος από τα εγκόσμια, μα και βουτηγμένος σ’ αυτά μέχρι τα μπούνια, πονηρός.30 Με τεράστια αυτοπεποίθηση και βαθιά εμπιστοσύνη στις επιλογές του, αρνείται να υποκύψει στη γοητεία του ροκ που κατακτά τότε τον κόσμο: «Το γιε-γιε είναι μεγάλο πράγμα, όμως θα το πολεμήσω και για λόγους ιδεολογικούς και για λόγους γούστου» υποστηρίζει. «Η γιεγιέδικη μουσική χρησιμοποιεί απίθανα μηχανήματα. Ενισχυ25 Γκιώνης (1967). 26 Λαχάς (1966). 27 Πηλιχός (1975). 28 Σαββόπουλος (2025), 124, 126. 29 Γκιώνης (1967). 30 Σαράτση (2017).
225 Δεύτερο Μέρος: 10+1 Big Bangs τές, συστήματα ήχων, βιμπράτα. Εμείς δεν γυρεύουμε παρά τον φυσικό ήχο. Μας φτάνει η κλασική ξύλινη κιθάρα και η φωνή μας η καλή ή η κακή». Ταυτόχρονα όμως υιοθετεί το «γιεγιέδικο» στιλ – στην εμφάνιση αλλά και στον λόγο. Όταν τον ρωτάνε γιατί έχει τόσο πολλά μαλλιά, απαντά: «Γιατί να μην έχω; Μέσα τους κρύβω τέσσερα αφηνιασμένα άλογα. Με πάνε όπου θέλω». Και όταν τον παρατηρούν για το «παρδαλό» του ντύσιμο («γιατί ντύνεσαι έτσι;»), υπογραμμίζει προκλητικά: «Έτσι είμαι ωραίος. Εσείς οι άλλοι είστε ίδιοι κι απαράλλαχτοι. Ίδια ρούχα, ίδιες χειρονομίες. Ποιος σας κούρδισε έτσι;».31 Η πολιτική του ταυτότητα είναι από τότε ιδιαίτερη: αριστερή μεν αλλά ανορθόδοξη – κάπως γιεγιέδικη κι αυτή. Δηλώνει (προφητικά θα λέγαμε) πως εκφράζει ένα «όχι» «απέναντι στο πραξικόπημα, στον κοιμισμένο λαό των σφαιριστηρίων και των κομματικών συζητήσεων» και υπενθυμίζει την αντίθεσή του απέναντι «στο μπελκάντο, το γιε-γιε, το ινδοπρεπές λαϊκό».32 Κάπως έτσι θα γίνει αντιληπτός ως μια μορφή με «διάθεση ανατροπής καθετί οικείου» και «αμφισβήτησης των “καθιερωμένων” αξιών», «ο κύριος εκπρόσωπος και εκφραστής των πιο προχωρημένων τάσεων στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι, το οποίο μπόλιασε με πρωτοποριακές ιδέες και τολμηρές επινοήσεις».33 Όπως συμβαίνει συνήθως, πίσω από αυτή την πρόσοψη κρύβεται μια μεγάλη ανασφάλεια, ο φόβος πως ίσως δεν έχει άλλη επιτυχία μέσα του. «Το τι θα βγει δεν εξαρτάται ούτε από μένα ούτε από κανέναν» θα απαντήσει τον Μάρτιο του 1967 στην ερώτηση του Δ. Γκιώνη «Και τι θα βγει απ’ όλ’ αυτά;». Και θα προσθέσει: «Ξεκινάς για μια εκδρομή που το τέλος της δεν έχει καμμιά σχέση μ’ ό,τι φαντάστηκες. Ξεκινάς μια επανάσταση κι αυτή σου βγαίνει όπως θέλει. Ξεκινάς μια ερωτική σχέση κι αυτή εξελίσσεται σχεδόν ανεξάρτητα απ’ τις θελήσεις των δύο ερωτευμένων. Δεν γνωρίζω πιο βάναυσο πράγμα απ’ την πραγματικότητα».34 Κάποια στιγμή θα αισθανθεί πως το Φορτηγό έχει ήδη ξεπεραστεί μέσα του και πως χαλαρώνει ο δεσμός του με ένα κοινό που ζητά και αναμένει τη συνέχεια, το επόμενο βήμα. Αυτό δεν θα το ομολογήσει ανοιχτά, παρά μόνο αργότερα, όταν θα αισθανθεί ασφαλής με τις νέες του επιτυχίες. Το καλοκαίρι του 1970 θα εκμυστηρευτεί πως τον Νοέμβριο του ’66 αισθάνθηκε πως έμεινε χωρίς κοινό, πως ένιωσε «τη μυρωδιά του χάους και της αταξίας».35 Από το αδιέξοδο αυτό θα τον βγάλει το πραξικόπημα των συνταγματαρχών. Θα χρειαστεί όμως να περάσει πρώτα μέσα από 31 Γκιώνης (1967). 32 Λαχάς (1966). 33 Μυλωνάς (1992), 195-196. 34 Γκιώνης (1967). 35 Μανασίδου (1970).
226 Big Bang 1970-1973 έναν πραγματικό εφιάλτη: «Εγώ, έχοντας γράψει ήδη εκείνο το τραγούδι, Βιετνάμ γιε-γιε, καθόμουν και ονειρευόμουν, ε ρε, να ήμουν στην Αμερική τώρα, θα γινόμουν number one, θα γνωριζόμουν με την Τζέιν Φόντα, με τη Φέι Ντάναγουεϊ, και ξυπνάω και είναι χούντα κι από πάνω μου δεσμοφύλακας από τη Γορτυνία και με βαράει, διότι βρισκόμασταν στην Μπουμπουλίνας. Με βαράνε να ομολογήσω, δηλαδή τι να ομολογήσω ο τροβαδούρος;».36 Ας πάμε ένα βήμα πίσω. Στις 19 Απριλίου 1967 ο Σαββόπουλος εμφανίζεται μαζί με τη Μαρία Φαραντούρη και τον Μάνο Λοΐζο σε συναυλία που διοργανώνουν στο θέατρο Κεντρικόν φοιτητικοί σύλλογοι. Στο πιάνο ένας άγνωστος νεαρός, ο Θάνος Μικρούτσικος. Διηγείται πως μπροστά στους «κατενθουσιασμένους φοιτητές τραγουδούσαμε: “Δεν θα περά, δεν θα περάσει ο φασισμός”». Και συμπληρώνει πικρά: «Τι κωμωδία!».37 20 Απριλίου, μαζί με τους δημοσιογράφους Δημήτρη Γκιώνη της Δημοκρατικής Αλλαγής και Φανή Πετραλιά της Γυναίκας, τον Λοΐζο, που μόλις έχει γράψει και παρουσιάσει τα Νέγρικα σε ποίηση του Γιάννη Νεγρεπόντη, τον Μανώλη Ρασούλη και τον Φώντα Λάδη τρώνε παρέα σε μια πλακιώτικη ταβέρνα. Ετοιμάζουν μια νέα συναυλία σε θέατρο της οδού Ιπποκράτους. Έπειτα από περίπου μιάμιση ώρα η παρέα «μοιράστηκε σε δύο ταξί που μας άφησαν στα σπίτια μας – την ίδια ώρα που τα τανκς σέρνονταν στους αθηναϊκούς δρόμους, χωρίς να πάρουμε χαμπάρι».38 Με αυτόν τον άδοξο τρόπο πέφτει η αυλαία μιας πενταετίας που ο Σαββόπουλος θα περιγράψει αργότερα ως «χρυσή μποεμία 1962-1967». Και τότε αρχίζουν τα δύσκολα: «Οι νέοι μουσικοί συνειδητοποιούσαμε πόσο δύσκολο επάγγελμα διαλέξαμε».39 Λίγους μήνες μετά, τον Αύγουστο του 1967, συλλαμβάνεται από την αστυνομία, μάλλον από παρεξήγηση. Φαίνεται πως η Ασφάλεια θεώρησε πως μετέφερε μια επιστολή του Μίκη Θεοδωράκη, που τότε κρυβόταν και προσπαθούσε να δημιουργήσει ένα αντιστασιακό κίνημα, στον Γρηγόρη Μπιθικώτση, ενώ ο πραγματικός γραμματοκομιστής ήταν ο Χρήστος Λεοντής. «Με είχανε στην μπούκα, κουνιόμουν πολύ εκείνο τον καιρό» θα πει αργότερα.40 Τον μεταφέρουν στην απομόνωση της Ασφάλειας δεμένο «σε έναν πάγκο σαν λουκάνικο, να με βαράνε με έναν λοστό στα πέλματα».41 «Ας μην αρχίσουμε τις περιγραφές».42 Ο ίδιος θα αναφερ36 Hulot και Διοσκουρίδης (2020). 37 Πηλιχός (1975), Ιωάννου (2011), 46. 38 Γκιώνης (2017). 39 Πηλιχός (1975). 40 Σαββόπουλος (2025), 126-127. 41 Σαββόπουλος (2025), 127. 42 Πηλιχός (1975).
227 Δεύτερο Μέρος: 10+1 Big Bangs θεί αρκετές φορές στο βασανιστήριο της φάλαγγας που υπέστη από «εκείνα τα ζώα που μου κάνανε τα πόδια να, τον Αύγουστο του ’67, στην Ταράτσα».43 Στη φυλακή θα μείνει λίγο πάνω από έναν μήνα. Με το που βγαίνει, τέλη Σεπτεμβρίου του 1967, παντρεύεται τη δεκαεφτάχρονη φιλενάδα του, Άσπα. Παραμονή Πρωτοχρονιάς, το ζευγάρι αναχωρεί για το Παρίσι – ο ίδιος με προσωρινής διάρκειας διαβατήριο και πρόφαση το ταξίδι του μέλιτος: «Όλοι μου οι φίλοι, μόλις μάθανε τη σύλληψή μου, φύγανε άρον άρον, άλλοι για το Λονδίνο, άλλοι για τη Ρώμη, άλλοι για το Παρίσι. Αυτό ήθελα κι εγώ: να φύγω. Δεν άντεχα πια τον τόπο μου. Ακόμα και βιολογικά με πείραζε που βρισκόμουν εδώ». Δεν σκοπεύει να επιστρέψει.44 Το 1968 θα τον βρει στο Παρίσι, όπου θα ακολουθήσει νέα περίοδος αμφιβολιών. «Μετά σχεδόν τα παράτησα. Παντρεύτηκα, τριγύρναγα με τη γυναίκα μου στο εξωτερικό». Παίζει στους δρόμους, στο Παρίσι έξω από το καφέ Σεντ-Κλοντ, στο Μιλάνο στην Πιάτσα Ντουόμο.45 Στο Παρίσι θα ζήσει από κοντά τα γεγονότα του Μάη του ’68: « Έμπαινες μέσα σε μία μεγάλη αυλή που ήταν η “Σορβόνη” και στη μέση ήταν ένα πιάνο με ουρά και κάποιος έπαιζε. Ήταν κάτι παρά πολύ όμορφο, το ζήλευα. Ή ακουγόντουσαν παρά πολύ έξυπνα συνθήματα. Νιώθαμε ότι αλλάζουμε τον κόσμο, κάτι το οποίο με φόβιζε κιόλας, γιατί ανοιγόταν μπροστά σου το άγνωστο. Ήμουν μεν εκεί, αλλά ήμασταν διστακτικοί εγώ και η Άσπα, διότι δεν είχαμε χαρτιά και κινδυνεύαμε με απέλαση. Αυτό, πάντως, ότι αλλάζει ο κόσμος, ότι ο κόσμος θα γίνει καλύτερος, το άκουγες ακόμα και μέσα στο σόλο μίας ηλεκτρικής κιθάρας. Ήταν σαν να σου λέει “θα γίνει καλύτερος και θα τον κάνουμε εμείς”, μία απόλυτη βεβαιότητα. Ότι τα πάντα είναι δυνατά. Freedom και μαζί με αυτό και love, Woodstock και μπάφοι».46 Ταξιδεύει στο Ισραήλ για συναυλίες, επιστρέφει στη Γαλλία, τα πράγματα εκτραχύνονται, η κατάσταση γίνεται χαώδης: «Φοβόμασταν, δεν ξέραμε πια τι μας ξημέρωνε».47 Αναχώρηση για το Μιλάνο όπου ζει η αδελφή της Άσπας με τον άντρα της. Η νοσταλγία για τη ζωή που άφησε πίσω του, «τη ζωή γενικά, στην πιο καθαρή και υγιή της έννοια», αρχίζει να γίνεται βασανιστική.48 Τελικά, αποφασίζει τη μεγάλη ανατροπή, την επιστροφή στην Ελλάδα, όπου είχε ρίξει μαύρη πέτρα, στην Ελλάδα της χούντας, αλλά και στην Ελλάδα που συμπυκνώνει «τη γλώσσα μας και τον κόσμο τον παραδεδομένο, όπως τον ξέραμε»: Τώρα τι κάνουμε; Πρώτη λύση, γυρίζουμε Αθήνα. Η δεύτερη, προ43 Πηλιχός (1975). 44 Σαββόπουλος (2025), 131. Σαββόπουλος (2009). 45 Πηλιχός (1975). 46 Σαββόπουλος (2020). 47 Σαββόπουλος (2025), 146. 48 Πηλιχός (1975).
228 Big Bang 1970-1973 χωράμε σε άμβλωση και μένουμε προσώρας Μιλάνο, όπου είχα βρει και μια δουλίτσα. Το να προχωρήσουμε σε άμβλωση δεν ήταν έξω από την κουλτούρα μας, είχαμε καταφύγει ξανά σε ανάλογο μέσο, αλλά είδα τον εαυτό μου σε μια φλασιά, μετά από δέκα είκοσι χρόνια, και αναρωτήθηκα: Μπορώ να ζήσω όλη μου τη ζωή στον αέρα; Το θέλω αυτό το πράγμα; Έχω τη γνώμη ότι πολλά παιδιά εκείνης της δεκαετίας το αναρωτήθηκαν αυτό το πράγμα κάποια στιγμή στη ζωή τους. Εμείς αποφασίσαμε να γυρίσουμε Ελλάδα, να γυρίσουμε στη γλώσσα μας και στον κόσμο τον παραδεδομένο, όπως τον ξέραμε. Ήταν ακριβώς στο τέλος του ’68. Γυρίσαμε στην κηδεία του Γεωργίου Παπανδρέου, Οκτώβρη. Αποφασίσαμε να γυρίσουμε δηλαδή, να κάνουμε το πρώτο μας παιδί, να κάνουμε σπίτι και δουλειά. Όταν γυρίσαμε, μας συλλάβανε στο αεροδρόμιο γιατί είπα ότι έχασα το διαβατήριό μου. Είχαμε κάτι προβλήματα, τέλος πάντων ορθοποδήσαμε, τα καταφέραμε, ας πούμε. Αυτή η επιστροφή είναι το Περιβόλι, γι’ αυτό το πράγμα μιλάει.49 Η επιστροφή θα πυροδοτήσει τη μετάλλαξή του. Ο Σαββόπουλος «ήθελε να κάνει ροκ από την εποχή του Φορτηγού ακόμα. Αλλά δεν ήξερε μουσική» λέει ο φίλος του Τάσος Φαληρέας.50 Το δημιουργικό του ξεμπλοκάρισμα έχει αρχίσει στη φυλακή, το 1967: «Δεν τους κρατάω κακία» θα πει για τους βασανιστές του «διότι εγώ με την καλή μου την καρδιά, ακόμα και μέσα στο μπουντρούμι, σκάρωνα τραγουδάκια. Ένα μπερντάχι ξύλο, τσουπ η Θεία Μάνου, ένα άλλο μπερντάχι, και να το Αν βγω από αυτήν τη φυλακή... Ολόκληρο long play φτιάξαμε η Ασφάλεια κι εγώ».51 Η φυλακή τον κάνει να συνειδητοποιήσει τον δρόμο που πραγματικά επιθυμεί να ακολουθήσει: «Αφού μέσα σε αυτόν τον ζόφο μπορείς και γράφεις τραγούδια, αυτή είναι η δουλειά σου. Γι’ αυτό είσαι φτιαγμένος, και άσε τις απογοητεύσεις και τα ναυτικά φυλλάδια».52 Και η ξενιτιά θα συμπληρώσει τη διαδικασία, ξεμπλοκάροντας όσες ανασφάλειες του έμειναν. Εκεί θα γράψει τα τραγούδια που θα αποτελέσουν τον δεύτερο δίσκο του, Το Περιβόλι του τρελλού. Ο εφιάλτης θα αποδειχτεί ο δρόμος για έναν νέο, πολύ μεγαλύτερο θρίαμβο, που ξεπερνά ό,τι είχε φανταστεί ως τότε. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα ο Σαββόπουλος αρχίζει ζωντανές εμφανίσεις σε «ένα θλιβερό υπόγειο» με ντεκόρ Φαρ Ουέστ μακριά από την πιάτσα της Πλάκας. Πρόκειται για το Ροντέο, πρώην Φουτζιγιάμα, στην οδό Χέυδεν 34, στο ύψος της πλατείας Βικτωρίας. Καθώς η εναλλακτική είναι ένα κοτοπουλάδικο στην 49 Σαββόπουλος (2009). 50 Φαληρέας (2011), 318. 51 Σαββόπουλος (2020). 52 Σαββόπουλος (2025), 130.
www.metaixmio.grRkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=