225 Δεύτερο Μέρος: 10+1 Big Bangs τές, συστήματα ήχων, βιμπράτα. Εμείς δεν γυρεύουμε παρά τον φυσικό ήχο. Μας φτάνει η κλασική ξύλινη κιθάρα και η φωνή μας η καλή ή η κακή». Ταυτόχρονα όμως υιοθετεί το «γιεγιέδικο» στιλ – στην εμφάνιση αλλά και στον λόγο. Όταν τον ρωτάνε γιατί έχει τόσο πολλά μαλλιά, απαντά: «Γιατί να μην έχω; Μέσα τους κρύβω τέσσερα αφηνιασμένα άλογα. Με πάνε όπου θέλω». Και όταν τον παρατηρούν για το «παρδαλό» του ντύσιμο («γιατί ντύνεσαι έτσι;»), υπογραμμίζει προκλητικά: «Έτσι είμαι ωραίος. Εσείς οι άλλοι είστε ίδιοι κι απαράλλαχτοι. Ίδια ρούχα, ίδιες χειρονομίες. Ποιος σας κούρδισε έτσι;».31 Η πολιτική του ταυτότητα είναι από τότε ιδιαίτερη: αριστερή μεν αλλά ανορθόδοξη – κάπως γιεγιέδικη κι αυτή. Δηλώνει (προφητικά θα λέγαμε) πως εκφράζει ένα «όχι» «απέναντι στο πραξικόπημα, στον κοιμισμένο λαό των σφαιριστηρίων και των κομματικών συζητήσεων» και υπενθυμίζει την αντίθεσή του απέναντι «στο μπελκάντο, το γιε-γιε, το ινδοπρεπές λαϊκό».32 Κάπως έτσι θα γίνει αντιληπτός ως μια μορφή με «διάθεση ανατροπής καθετί οικείου» και «αμφισβήτησης των “καθιερωμένων” αξιών», «ο κύριος εκπρόσωπος και εκφραστής των πιο προχωρημένων τάσεων στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι, το οποίο μπόλιασε με πρωτοποριακές ιδέες και τολμηρές επινοήσεις».33 Όπως συμβαίνει συνήθως, πίσω από αυτή την πρόσοψη κρύβεται μια μεγάλη ανασφάλεια, ο φόβος πως ίσως δεν έχει άλλη επιτυχία μέσα του. «Το τι θα βγει δεν εξαρτάται ούτε από μένα ούτε από κανέναν» θα απαντήσει τον Μάρτιο του 1967 στην ερώτηση του Δ. Γκιώνη «Και τι θα βγει απ’ όλ’ αυτά;». Και θα προσθέσει: «Ξεκινάς για μια εκδρομή που το τέλος της δεν έχει καμμιά σχέση μ’ ό,τι φαντάστηκες. Ξεκινάς μια επανάσταση κι αυτή σου βγαίνει όπως θέλει. Ξεκινάς μια ερωτική σχέση κι αυτή εξελίσσεται σχεδόν ανεξάρτητα απ’ τις θελήσεις των δύο ερωτευμένων. Δεν γνωρίζω πιο βάναυσο πράγμα απ’ την πραγματικότητα».34 Κάποια στιγμή θα αισθανθεί πως το Φορτηγό έχει ήδη ξεπεραστεί μέσα του και πως χαλαρώνει ο δεσμός του με ένα κοινό που ζητά και αναμένει τη συνέχεια, το επόμενο βήμα. Αυτό δεν θα το ομολογήσει ανοιχτά, παρά μόνο αργότερα, όταν θα αισθανθεί ασφαλής με τις νέες του επιτυχίες. Το καλοκαίρι του 1970 θα εκμυστηρευτεί πως τον Νοέμβριο του ’66 αισθάνθηκε πως έμεινε χωρίς κοινό, πως ένιωσε «τη μυρωδιά του χάους και της αταξίας».35 Από το αδιέξοδο αυτό θα τον βγάλει το πραξικόπημα των συνταγματαρχών. Θα χρειαστεί όμως να περάσει πρώτα μέσα από 31 Γκιώνης (1967). 32 Λαχάς (1966). 33 Μυλωνάς (1992), 195-196. 34 Γκιώνης (1967). 35 Μανασίδου (1970).
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=