221 Δεύτερο Μέρος: 10+1 Big Bangs κη κι αλήτικη. «Άφηνα τον εαυτό μου να… τσουλήσει προς όλες τις κατευθύνσεις».8 «Ήμουν δεκαεννιά χρονών, ήμουν ένας ξέγνοιαστος και άπλυτος επαναστάτης, και περιφερόμουν φλύαρος και ημίμουρλος με το κεφάλι ακούρευτο, όλο ιδέες και τραγούδια» διηγείται και αναφωνεί: «Ζήτω η χρυσή μποεμία!»9 Η χαλαρότητα δεν τον εμποδίζει να καταστρώσει ένα σχέδιο επιτυχίας που ξεκινά με την ακούραστη και συστηματική του δικτύωση στο μουσικό στερέωμα της εποχής. «Δεν ήξερα κανέναν» διηγείται. «Είχα μόνο 100 δραχμές και πήγα το πρώτο βράδυ και τις έφαγα στου Τσιτσάνη, αλλά και κείνος μου είπε την Αρχόντισσα και καθόμουν στο τραπεζάκι μόνος και άκουγα. Μετά πήγα στο Παρκ απ’ τα παρασκήνια να πιάσω θέση στη χορωδία –θυμάσαι: Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Μαγική πόλη– και αποτάθηκα σ’ ένα μεγάλο κεφάλι που ήταν υπεύθυνος εκεί, τον Μάνο Λοΐζο».10 Βιοπορίζεται με δουλειές του ποδαριού, ρεπόρτερ και αχθοφόρος, ως και γυμνό μοντέλο στη Σχολή Καλών Τεχνών, μετακινείται από σπίτι σε σπίτι, ενίοτε με τρόπο επεισοδιακό – ο Γιάννης Μαρκόπουλος θα τον διώξει γιατί ήταν «φορτικώτατος και ενοχλητικώτατος», αλλά κι ο Μάνος Λοΐζος θα τον πετάξει έξω παρεξηγώντας την «εφηβική του αθυροστομία» ως προσβολή στη γυναίκα του. Μέσω της Νεολαίας Λαμπράκη θα ζητήσει βοήθεια από τον Μίκη Θεοδωράκη που θα τον τοποθετήσει στην εφημερίδα της ΕΔΑ Δημοκρατική Αλλαγή. Ζητά περισσότερα, θυμάται ο Θεοδωράκης: «Με πιάνει και μου λέει: “Κύριε Μίκη, βαριέμαι να κάνω τον κριτικό, δεν μου αρέσει. Δεν με παίρνετε μαζί σας στο πρόγραμμα με την Ντόρα Γιαννακοπούλου να παίζω τα τραγούδια μου;” Έτσι κι έγινε».11 Η ενηλικίωσή του θα συμπέσει με μια νέα εποχή: Λέγεται δεν λέγεται, εγώ θα το πω. Πραγματικά, το φαινόμενο ήταν περίεργο. Είχαμε μία μουσική από τον Πρίσλεϊ και μετά, που αυτοί οι οποίοι ήταν κάτω από τα 25 την καταλάβαιναν πολύ καλά και τη γλεντούσαν, και αυτοί που ήταν πάνω από τα 25 την έβρισκαν εντελώς ακατανόητη. Έλεγαν: «Μα τι ακούτε;». Αυτό δεν είχε ξαναγίνει, γιατί παλιά δεν υπήρχε μουσική για νέους, η μουσική ήταν μία, τα τραγούδια τα άκουγαν όλοι. Άκουγαν Βέμπο οι γονείς μας, Βέμπο ακούγαμε και εμείς, δεν ακούγαμε κάτι άλλο. […] Είχες την εντύπωση ότι τα πάντα είναι δυνατά, ότι τα πάντα μπορούν να ειπωθούν. Το ’60 εγώ ήμουν 15 ετών και αναρωτιόμουν: «Γιατί το τραγούδι να λέει μόνο ερωτικά θέματα, δεν μπορεί να φιλοσοφεί; Δεν μπορεί να στοχάζεται; Να μιλάει για την πολιτική ή για την ύπαρξη;». Προσπάθησα να κάνω τέτοια τραγούδια και από την αποδοχή που είχαν συμπέρανα ότι κάτι παρόμοιο σκεφτόντουσαν και οι άλλοι. Το ενδιαφέρον είναι ότι το ίδιο συνέβαινε διεθνώς.12 8 Μπακομάρου (1971). 9 Σαββόπουλος (2025), 85, Λαχάς (1966). 10 Πηλιχός (1975). 11 Μποσκοΐτης (2018α), 81. 12 Σαββόπουλος (2020).
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=