Το φαντασματάκι της κλειδαρότρυπας 2 - Περιπέτεια στο λούνα παρκ

Πρώτη έκδοση Φεβρουάριος 2025 ΤΙΤΛΟΣ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ Alex Rühle, Zippel - Ein Schlossgespenst auf Geisterfahrt ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ ΚΑΙ ΓΡΑΦΙΣΤΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ Axel Scheffler ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Μαρία Μαντή ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΔΟΚΙΜΙΩΝ Ιωάννα Ανδρέου ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ Γιώτα Μπόμπου ΠPOΣAPMOΓH EΞΩΦYΛΛOY Ρεντουάν Αμζλάν ISBN 978-618-03-4157-7 ΒOΗΘ. ΚΩΔ. ΜΗΧ/ΣΗΣ 84157 Κ.Ε.Π. 6184 Κ.Π. 20531 © 2021, dtv Verlagsgesellschaft mbH & Co. KG, München © 2024, Εκδόσεις ΜΕΤAΙΧΜΙO (για την ελληνική γλώσσα) Eκδόσεις ΜΕΤAΙΧΜΙO Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα, τηλ.: 211 3003500, fax: 211 3003562 metaixmio.gr • [email protected] Κεντρική διάθεση: Ασκληπιού 18, 106 80 Αθήνα, τηλ.: 210 3647433, fax: 211 3003562 Bιβλιοπωλεία ΜΕΤAΙΧΜΙO Aσκληπιού 18, 106 80 Aθήνα, τηλ.: 210 3647433, fax: 211 3003562 Πολυχώρος, Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα, τηλ.: 211 3003580, fax: 211 3003581 ΜΕ ΤΑ Ι ΧΜΙΟ π α ι δ ι κ ό

Μετάφραση: Μαρία Μαντή

9 Kεφάλαιο 1 Ρούτελ-τσσσσσστσσσσς… Ρούτελ-τσσσσσστσσσσς… Το πρωί του Σαββάτου, ο Πάουλ ξύπνησε με τον αγαπημένο του ήχο. Ερχόταν ρυθμικά και απαλά από μια παλιά κλειδαριά που βρισκόταν στο ράφι, πάνω από το κρεβάτι του. Ρούτελ-τσσσσσστσσσσς… Ρούτελ-τσσσσσστσσσσς… Από την κουζίνα ακούγονταν πιάτα να χτυπούν μεταξύ τους και μια απαλή φωνή να τραγουδά. Η μαμά του Πάουλ έστρωνε το τραπέζι για το πρωινό. Από την κρεβατοκάμαρα, ο μπαμπάς φώναζε ότι δεν μπορούσε να βρει τις κόκκινες κάλτσες του. «Μα ούτε και οι κίτρινες είναι εδώ! Πού εξαφανίστηκαν;…» Η φωνή του χαμήλωσε πάλι, δεν ακουγόταν παρά μόνο ένα εκνευρισμένο μουρμουρητό. Ο Πάουλ έκανε να τεντωθεί και το βιβλίο που διάβαζε το προηγούμενο βράδυ έπεσε από την κουβέρτα του στο πάτωμα.

10 Ρούτελ-τσσσσσστσσσσς… Ρούτελ-τσσσσσστσσσσς… «Ζίπελ;» είπε ψιθυριστά ο Πάουλ προς την κατεύθυνση της κλειδαριάς. Σηκώθηκε προσεκτικά και πάτησε πάνω σε κάτι μικροσκοπικούς λευκούς κόκκους. Έπειτα επανέλαβε, λίγο πιο δυνατά: «Έι, Ζίπελ, παλιοϋπναρά!». Ρούτελ-τσσσσσστσσσσς… Ρούτελ-τσσσσσστι; τι-τι είναι αυτό; Ξαφνικά έμοιαζε σαν να άναψε μια μικρή λάμπα μέσα στην παλιά κλειδαριά πάνω από το κρεβάτι του Πάουλ. Το πλάσμα που μόλις είχε φωνάξει «τι-τι είναι αυτό;» άπλωσε το λευκό χεράκι του έξω από την κλειδαριά. Ακούστηκε ένα πνιχτό χασμουρητό – και μετά, πλοπ, ένα μικρό, λαμπερό φαντασματάκι ξεπρόβαλε από την κλειδαρότρυπα. Αυτός λοιπόν ήταν ο Ζίπελ. Ο Ζίπελ μένει στο σπίτι του Πάουλ. Συγκεκριμένα μέσα στην παλιά κλειδαριά. Γιατί τα φαντάσματα της κλειδαρότρυπας ζουν μέσα σε κλειδαριές, κι ας νομίζουν οι ενήλικες πως ζουν σε κάστρα και παλάτια. Αυτό και μόνο αποδεικνύει ότι οι ενήλικες δεν έχουν ιδέα για πολλά πράγματα. Ο Ζίπελ πετάχτηκε στον αέρα, χασμουρήθηκε ξανά, έκανε δύο γύρους στο δωμάτιο του Πάουλ και κάθισε στο κουρτινόξυλο πάνω από το παράθυρο. «Καλημέρα, Ζίπελ» είπε ο Πάουλ και έδειξε το πάτωμα. «Εσύ σκόρπισες το αλάτι εδώ κάτω;» «Αλάτι;» Ο Ζίπελ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Όχι βέβαια, φτου κακά. Ζάχαρη είναι».

11 «Ζάχαρη;» ρώτησε ο Πάουλ. «Και γιατί σκόρπισες ζάχαρη στο δωμάτιό μου το βράδυ;» «Μα για να έχουν φαγητό τα ζώα». «Ποια ζώα;» «Αυτά του ζωολογικού κήπου». Ο Ζίπελ έδειξε το βιβλίο δίπλα στο κρεβάτι του Πάουλ, με τον τίτλο Μια μέρα στον ζωολογικό κήπο. «Ελέφαντες. Φώκιες. Μυχτερίδες» απαρίθμησε ο Ζίπελ. «Τα διάβαζες χθες βράδυ και ξαφνικά σε πήρε ο ύπνος και με άφησες μόνο μου, και τα ζώα τα άφησες ακόμα πιο μόνα. Και ο ελέφαντας ήταν ο πιο μόνος απ’όλους. Κι επίσης πήγες και κοιμήθηκες ακριβώς στη σελίδα που τα ζώα περίμεναν να τα ταΐσουν». Ο Πάουλ κοίταξε γύρω του στο δωμάτιο. Όλα φαίνονταν όπως συνήθως. Το κρεβάτι. Το μικρό ράφι από πάνω. Το γραφείο, όπου βρίσκονταν οι πολύχρωμες προσκλήσεις για τα γενέθλιά του, τις οποίες έπρεπε να γράψει. «Μα πού είναι τα ζώα που τάισες;» ρώτησε. «Στον ζωολογικό κήπο φυσικά» είπε ο Ζίπελ, που προσπέρασε τον Πάουλ πετώντας και εξαφανίστηκε κάτω από το κρεβάτι. Τώρα ακουγόταν μόνο η φωνή του: «Κοιμηθήκατε καλά, μικρά φοβητσιάρικα;». Το αγόρι κοίταξε κάτω από το κρεβάτι του. Εκεί βρίσκονταν κάθε λογής κάλτσες, μακριές κάλτσες σε πράσινο, κίτρινο, κόκκινο και γκρι χρώμα. Κάποιες ήταν δεμένες σε κόμπους, άλλες σχημάτιζαν κύκλους στο πάτωμα, ενώ μερικές έμοιαζαν να κάθονται. Ο Ζίπελ πετούσε μέσα στο πολύχρωμο χάος, έδειχνε δεξιά, έδειχνε αριστερά, χάιδεψε μια κίτρινη κάλτσα στη φτέρνα και άρχισε να εξηγεί: «Καλημέρα στον γκρινιάρη λιοντάρη. Ω, ξύπνησε και η καφέ αρκούδα μας. Κοίτα, τα μπλε αρκουδάκια κοιμούνται ακόμη».

12 Ο Ζίπελ ακουγόταν σαν φροντιστής ζώων που εξηγεί τα πάντα στους επισκέπτες του ζωολογικού κήπου. «Αποδώ ο ελέφαντας, ο παλιός μας λαίμαργος φιλαράκος από το Προβοσκιδοχώρι». Χάιδεψε έναν σωρό από γκρι κάλτσες, τις οποίες προφανώς είχε δέσει κατά τη διάρκεια της νύχτας σε έναν μεγάλο κόμπο. Μια μακριά κάλτσα-προβοσκίδα ξεπρόβαλλε μέσα από το μαλακό κουβάρι, που η άκρη της κατέληγε σε ένα βουναλάκι ζάχαρης. Ο Πάουλ έβαλε τα γέλια. «Και οι ροζ κάλτσες που κρέμονται μόνες τους από το στρώμα;» ρώτησε. «Ποιες κάλτσες;» αναφώνησε ο Ζίπελ. «Αυτά είναι φλαμίνγκο! Είναι ξεκάθαρο, κοίτα πώς στέκονται όλα στο ένα πόδι». Ένα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα. Ο Ζίπελ εξαφανίστηκε στην πιο απομακρυσμένη γωνία κάτω από το κρεβάτι. Η πόρτα άνοιξε. Στο άνοιγμα στεκόταν ο μπαμπάς του Πάουλ, ξυπόλυτος. «Καλημέρα, Πάουλ. Μήπως είδες τις κάλτσες μου;» ρώτησε. «Τις κάλτσες σου; Ααα, ναι!» Ο Πάουλ έκανε πως μόλις τώρα θυμήθηκε. «Φυσικά, ναι… Συγγνώμη, τις πήρα χθες βράδυ για να παίξω». Χώθηκε κάτω από το κρεβάτι του και μάζεψε γρήγορα όλες τις κάλτσες.

13 «Να παίξεις;» ρώτησε ο μπαμπάς του. «Τι ακριβώς έπαιξες με τις κάλτσες μου;» «Ε… Δοκίμαζα διάφορες μεταμφιέσεις» μουρμούρισε ο Πάουλ και του έδωσε στα χέρια όλο τον σωρό από κάλτσες. Μετά είπε γρήγορα: «Και τώρα συγγνώμη, έλεγα να τελειώσω με τις προσκλήσεις πριν το πρωινό». «Ωραία» είπε ο μπαμπάς του. «Καλά θα κάνεις». Ο Πάουλ κάθισε στο γραφείο του και βιαστικά πήρε ένα στιλό στο ένα χέρι και μια μπλε κάρτα στο άλλο, για να δείξει ότι ήταν πραγματικά απασχολημένος και δυστυχώς δε θα μπορούσε να απαντήσει σε άλλες ερωτήσεις. Ο μπαμπάς έκλεισε την πόρτα και βγήκε στον διάδρομο. Ο Πάουλ τον άκουσε να μουρμουρίζει κάτι για μικρά λευκά ψίχουλα σε όλες του τις κάλτσες. Δεν πρόλαβε να ακούσει περισσότερα, γιατί ο Ζίπελ ξεπρόβαλε από το κρεβάτι θυμωμένος. «Πάει ο υπέροχος ζωολογικός μου κήπος» μουρμούρισε. «Και ο ελέφαντας δεν πρόλαβε καν να τελειώσει το φαγητό του. Δεν μπορείς έτσι απλά να...» Ξαφνικά σταμάτησε να μιλάει και έμεινε μετέωρος πάνω από το γραφείο. «Ε;» έκανε με απορία και έδειξε τις προσκλήσεις. «Τι ωραία, πολύχρωμα χαρτιά; Για μένα είναι;» «Μόνο το ένα» είπε ο Πάουλ. «Τα υπόλοιπα είναι για τους φίλους μου». «Γιατί;» «Γιατί τους προσκαλώ. Στα γενέθλιά μου». «Αχά, γενιέθλια. Και θα έρθουν μόνο άτομα με γένια δηλαδή;» Ο

14 Ζίπελ άρχισε να αιωρείται με περιέργεια πάνω από το γραφείο του Πάουλ. «Τι; Όχι, ποια γένια;» Ο Πάουλ γέλασε. «Όχι γενιέθλια, γε-νέ-θλι-α! Λέγονται έτσι επειδή γιορτάζουμε τη γέννησή μας». «Αλήθεια;» ρώτησε ο Ζίπελ με μάτια ορθάνοιχτα από ενθουσιασμό. «Δηλαδή ξαναγεννιέσαι από την αρχή και γίνεσαι μικροσκοπικό μωρό για να το γιορτάσεις;» «Αμάν, βρε Ζίπελ!» Ο Πάουλ κούνησε το κεφάλι του. «Το επόμενο Σάββατο συμπληρώνονται εννέα χρόνια από τότε που γεννήθηκα, αυτό γιορτάζουμε». «Μμμ» είπε ο Ζίπελ χωρίς μεγάλο ενθουσιασμό. «Και τι κάνετε δηλαδή τη μέρα που συμπληρώνονται εννέα χρόνια από τη γέννησή σας;» «Πρώτα απ’ όλα θα πάρω δώρα». «Α, αλήθεια;» ρώτησε ο Ζίπελ, που ξαφνικά άρχισε να δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον. «Ώστε έτσι... Ξέρεις, Πάουλ... τώρα που το θυμήθηκα...» Άρχισε να αιωρείται πάνω κάτω στον αέρα. «Λοιπόν... μην ξεχνάμε πως κι εγώ κάποτε γεννήθηκα». Ο Ζίπελ κουνιόταν όλο και πιο γρήγορα. «Ναι, ακριβώς, γεννήθηκα και μάλιστα πολύ. Από πού μπορώ να παραλάβω τα δώρα μου;» «Ποια μέρα γεννήθηκες;» ρώτησε ο Πάουλ, ενώ έβαζε μια πρόσκληση για τον Λίνους σε έναν φάκελο. «Ποια μέρα... εμμμ...» Ο Ζίπελ έμεινε μετέωρος και σκέφτηκε. «Πρέπει να ήταν μια όμορφη μέρα» είπε μετά. «Ναι, ναι. Τώρα το θυμάμαι. Ήταν καταπληκτική μέρα. Η καλύτερη απ’ όλες». «Εννοώ, πότε ήταν; Σεπτέμβριο; Νοέμβριο; Πότε;» «Ήταν...» ξεκίνησε να λέει ο Ζίπελ, κοιτάζοντας γύρω στο δω-

15 μάτιο σαν να έψαχνε εκεί για την απάντηση. «Ήταν... στις 51 Ημερολομβρίου!» «Ημερολομβρίου;» ρώτησε ο Πάουλ. «Αλήθεια; Δεν τον ξέρω αυτόν τον μήνα». «Και όμως» είπε ο Ζίπελ περήφανα «είναι ο πιο σημαντικός μήνας για τα φαντάσματα. Ακριβώς τότε γεννήθηκα. Και θα γίνω... εσύ πόσο θα γίνεις;» «Θα γίνω εννέα το επόμενο Σάββατο» είπε ο Πάουλ. «Ακριβώς!» αναφώνησε ο Ζίπελ, κουνώντας ενθουσιασμένα τα χεράκια του στον αέρα. «Γι’ αυτό κι εγώ θα γίνω οκτώ την επόμενη Κυριακή!» «Οκτώ;» «Εσύ γίνεσαι εννέα, οπότε εγώ παίρνω το οκτώ». Σκέφτηκε λίγο και τελικά ρώτησε: «Η Κυριακή αργεί να έρθει;». «Σε οκτώ μέρες» είπε ο Πάουλ. «Όχουου!» αναστέναξε ο Ζίπελ. «Πολύ αργεί. Περνάει το αύριο, περνάει το μεθαύριο, και η Κυριακή θα έρθει πιο μετά και ακόμα πιο μετά. Δεν μπορώ να πάρω τα δώρα νωρίτερα;» «Όχι». Ο Πάουλ κούνησε το κεφάλι. «Τα δώρα γενεθλίων τα παίρνεις πάντα στα γενέθλιά σου. Αλλά ποιον να καλέσουμε στο πάρτι σου;» «Εμμμ... δηλαδή... πολλούς!» Ο Ζίπελ κούνησε όλα του τα δάχτυλα σαν να μετρούσε ενθουσιασμένος. «Πάρα πολλούς. Μη σου πω και όλους!» «Εγώ θα καλέσω μόνο τους καλύτερούς μου φίλους» είπε ο Πάουλ. Για να είμαστε ειλικρινείς, αυτό ήταν λίγο ψέμα. Ο Πάουλ είχε μόνο έναν φίλο στο σχολείο, τον Λίνους. Αλλά κάλεσε και τέσσερα παιδιά από τη γειτονιά με τα οποία έπαιζε καμιά φορά.

16 «Κι εγώ!» είπε αμέσως ο Ζίπελ. «Μόνο τους καλύτερους! Οι άλλοι δε χρειάζεται να έρθουν καν». «Μμμ» μουρμούρισε ο Πάουλ, γράφοντας «Ντενίζ» σε έναν από τους φακέλους. «Και ποιοι είναι οι καλύτεροί σου φίλοι;» Ο Ζίπελ το σκέφτηκε. Μετά είπε: «Ε, εσύ, φυσικά. Εσύ είσαι οι καλύτεροί μου φίλοι: ο πρώτος καλύτερός μου φίλος, ο δεύτερος καλύτερός μου φίλος και ο τρίτος καλύτερός μου φίλος. Άρα, εσύ δε θα πάρεις μόνο μία πρόσκληση, αλλά τρεις». «Δεν πειράζει, μία πρόσκληση μου φτάνει». Ο Πάουλ χαμογέλασε. «Και η κυρία Βίλχελμ!» πρόσθεσε ο Ζίπελ. «Πρέπει να έρθει κι αυτή. Εσύ είσαι ο καλύτερός μου φίλος και η κυρία Βίλχελμ είναι η καλύτερή μου φίλη». Η κυρία Βίλχελμ μένει στο ίδιο κτίριο με τον Πάουλ, στον έκτο όροφο. Αυτή έδωσε στον Ζίπελ την παλιά όμορφη κλειδαριά στην οποία κοιμάται. «Εντάξει» είπε ο Πάουλ. «Άρα θα γράψεις δύο προσκλήσεις και την Κυριακή θα γιορτάσουμε μαζί». «Και είσαι σίγουρος πως θα μου κάνεις ένα δώρο;» ρώτησε ο Ζίπελ με ενθουσιασμό. «Φυσικά!» τον διαβεβαίωσε ο Πάουλ. «Αχ, λατρεύω τα γενέθλια» είπε ο Ζίπελ και άρχισε να στροβιλίζεται στον αέρα τόσο γρήγορα, που φαινόταν σαν λευκή φωτεινή σερπαντίνα. Ξαφνικά σταμάτησε. «Για περίμενε... και τι ακριβώς κάνεις σε ένα πάρτι γενεθλίων;» «Θα το δεις από μένα, μιας και γιορτάζω μία μέρα πριν από εσένα. Αλλά θέλω να κρυφτείς καλά όταν έρθουν οι φίλοι μου, και να μου υποσχεθείς ότι δε θα κάνεις ανοησίες».

17 «Συφικά, συφικά!» Ο Ζίπελ έκλεισε τα μάτια, σήκωσε το δεξί του δάχτυλο και είπε τον επίσημο όρκο των φαντασματικών γενεθλίων: Αν φίλους σου θες να καλέσεις στο πάρτι αυτό, εγώ να είμαι ήσυχος θα σου υποσχεθώ. Δεν πρόκειται ν’ ακούσεις σαματά και φασαρίες, μικρό θα κάνω διάλειμμα απ’ τις ανοησίες. «Εσύ όμως...» Ο Ζίπελ τον πλησίασε. «Μπορείς να ρωτήσεις την κυρία Βίλχελμ αν μπορώ να γιορτάσω στο σπίτι της; Για να μη με δουν οι γονείς σου». «Καλή ιδέα» είπε ο Πάουλ. Η ιδέα του Ζίπελ ήταν πραγματικά καλή. Βλέπετε, η κυρία Βίλχελμ είναι ο μόνος άνθρωπος εκτός από τον Πάουλ που γνωρίζει για την ύπαρξη του Ζίπελ. Παλιότερα είχε κι εκείνη ένα φαντασματάκι, τον Κουόκελ, πριν από πολλά χρόνια, όταν ήταν παιδί. Τώρα είναι αρκετά μεγάλη. Ο Ζίπελ την είχε υπολογίσει κάπου στα οκτακόσια δεκαδύο ή δεκατρία χρόνια, εβδομήντα επτά μέρες και πέντε δευτερόλεπτα. Φυσικά δεν είναι τόσο μεγάλη στην πραγματικότητα, αλλά έχει άσπρα μαλλιά. Α, και μαζεύει παλιές κλειδαριές. Ο Πάουλ τη φοβόταν παλιά, γιατί έχει μόνο ένα μάτι και το πρόσωπό της είναι αρκετά ρυτιδιασμένο. Αλλά στο μεταξύ κατάλαβε πόσο καλή είναι. Ο Ζίπελ τη συμπαθεί πολύ. Κάποιες φορές την επισκέπτεται όταν ο Πάουλ λείπει στο σχολείο, και περνάει όλο του το πρωινό στη συλλογή της από κλειδαριές. Μετά λέει πάντα στον Πάουλ ότι η κυρία Βίλχελμ είναι ο καλύτερος ελήνικας του κόσμου, σοβαρά τώρα.

ααππόό77εεττώ νν ISBN: 978-618-03-4157-7 ΒΟΗΘ. ΚΩΔ. MHX/ΣΗΣ 84157 ΖIΠΕΛ – ΖΙΠ – ΖΙΠ ΤΙ ΓΕΛΙΟ ΠΟΥ ΘΑ ΡΙΞΟΥΜΕ, Ο ΖΙΠΕΛ ΜΑΣ ΕΠΕΣΤΡΕΨΕ, ΤΙ ΕΧΟΥΜΕ ΝΑ ΖΗΣΟΥΜΕ! Από τότε που ο Ζίπελ, το φαντασματάκι της κλειδαρότρυπας, εγκαταστάθηκε στο παιδικό δωμάτιο του Πάουλ, κάθε μέρα που περνάει μοιάζει με όμορφη περιπέτεια. Όταν φτάνουν τα γενέθλια του Πάουλ, ο Ζίπελ ενθουσιάζεται: τι όμορφη γιορτή είναι αυτή και με πόσο ωραία δώρα! Α, θέλει κι αυτός ένα τέτοιο πάρτι, οπωσδήποτε! Το μόνο πρόβλημα είναι ότι δεν έχει ιδέα πόσων χρονών είναι! Αποφασίζει λοιπόν ότι είναι γεννημένος την 51η Ημερολομβρίου, που, κατά πολύ μεγάλη σύμπτωση, τυχαίνει να πέφτει ακριβώς την επόμενη μέρα! Για δώρο ζητάει μια επίσκεψη στο λούνα παρκ και στο τρενάκι του τρόμου, και ο Πάουλ τού κάνει τη χάρη. Οι δυο τους περνάνε τέλεια και απολαμβάνουν τις βόλτες με το τρενάκι… μόνο που στο τέλος του δεύτερου γύρου ο Ζίπελ εξαφανίζεται μυστηριωδώς.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=