11 «Ζάχαρη;» ρώτησε ο Πάουλ. «Και γιατί σκόρπισες ζάχαρη στο δωμάτιό μου το βράδυ;» «Μα για να έχουν φαγητό τα ζώα». «Ποια ζώα;» «Αυτά του ζωολογικού κήπου». Ο Ζίπελ έδειξε το βιβλίο δίπλα στο κρεβάτι του Πάουλ, με τον τίτλο Μια μέρα στον ζωολογικό κήπο. «Ελέφαντες. Φώκιες. Μυχτερίδες» απαρίθμησε ο Ζίπελ. «Τα διάβαζες χθες βράδυ και ξαφνικά σε πήρε ο ύπνος και με άφησες μόνο μου, και τα ζώα τα άφησες ακόμα πιο μόνα. Και ο ελέφαντας ήταν ο πιο μόνος απ’όλους. Κι επίσης πήγες και κοιμήθηκες ακριβώς στη σελίδα που τα ζώα περίμεναν να τα ταΐσουν». Ο Πάουλ κοίταξε γύρω του στο δωμάτιο. Όλα φαίνονταν όπως συνήθως. Το κρεβάτι. Το μικρό ράφι από πάνω. Το γραφείο, όπου βρίσκονταν οι πολύχρωμες προσκλήσεις για τα γενέθλιά του, τις οποίες έπρεπε να γράψει. «Μα πού είναι τα ζώα που τάισες;» ρώτησε. «Στον ζωολογικό κήπο φυσικά» είπε ο Ζίπελ, που προσπέρασε τον Πάουλ πετώντας και εξαφανίστηκε κάτω από το κρεβάτι. Τώρα ακουγόταν μόνο η φωνή του: «Κοιμηθήκατε καλά, μικρά φοβητσιάρικα;». Το αγόρι κοίταξε κάτω από το κρεβάτι του. Εκεί βρίσκονταν κάθε λογής κάλτσες, μακριές κάλτσες σε πράσινο, κίτρινο, κόκκινο και γκρι χρώμα. Κάποιες ήταν δεμένες σε κόμπους, άλλες σχημάτιζαν κύκλους στο πάτωμα, ενώ μερικές έμοιαζαν να κάθονται. Ο Ζίπελ πετούσε μέσα στο πολύχρωμο χάος, έδειχνε δεξιά, έδειχνε αριστερά, χάιδεψε μια κίτρινη κάλτσα στη φτέρνα και άρχισε να εξηγεί: «Καλημέρα στον γκρινιάρη λιοντάρη. Ω, ξύπνησε και η καφέ αρκούδα μας. Κοίτα, τα μπλε αρκουδάκια κοιμούνται ακόμη».
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=