12 Ο Ζίπελ ακουγόταν σαν φροντιστής ζώων που εξηγεί τα πάντα στους επισκέπτες του ζωολογικού κήπου. «Αποδώ ο ελέφαντας, ο παλιός μας λαίμαργος φιλαράκος από το Προβοσκιδοχώρι». Χάιδεψε έναν σωρό από γκρι κάλτσες, τις οποίες προφανώς είχε δέσει κατά τη διάρκεια της νύχτας σε έναν μεγάλο κόμπο. Μια μακριά κάλτσα-προβοσκίδα ξεπρόβαλλε μέσα από το μαλακό κουβάρι, που η άκρη της κατέληγε σε ένα βουναλάκι ζάχαρης. Ο Πάουλ έβαλε τα γέλια. «Και οι ροζ κάλτσες που κρέμονται μόνες τους από το στρώμα;» ρώτησε. «Ποιες κάλτσες;» αναφώνησε ο Ζίπελ. «Αυτά είναι φλαμίνγκο! Είναι ξεκάθαρο, κοίτα πώς στέκονται όλα στο ένα πόδι». Ένα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα. Ο Ζίπελ εξαφανίστηκε στην πιο απομακρυσμένη γωνία κάτω από το κρεβάτι. Η πόρτα άνοιξε. Στο άνοιγμα στεκόταν ο μπαμπάς του Πάουλ, ξυπόλυτος. «Καλημέρα, Πάουλ. Μήπως είδες τις κάλτσες μου;» ρώτησε. «Τις κάλτσες σου; Ααα, ναι!» Ο Πάουλ έκανε πως μόλις τώρα θυμήθηκε. «Φυσικά, ναι… Συγγνώμη, τις πήρα χθες βράδυ για να παίξω». Χώθηκε κάτω από το κρεβάτι του και μάζεψε γρήγορα όλες τις κάλτσες.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=