11
Τ Ο Κ Ο Ρ Ι Τ Σ Ι Μ Ε Τ Ο Κ Ο Κ Κ Ι Ν Ο Π Α Λ Τ Ο
μέσα στις τσέπες μου – ανησυχούσα που ήταν Χριστούγεννα
και δεν είχα λεφτά. Τα έβγαλα ξανά, στον κρύο αέρα, και
άνοιξα τα δάχτυλα. Η Κάρμελ είχε ξεμείνει πίσω και την άκου
γα να γκρινιάζει.
«Βιάσου» είπα, ανυπομονώντας να γυρίσουμε στο σπίτι με
την παγωνιά που έκανε εκείνο το απόγευμα.
«Μαμά, καταλαβαίνεις ότι δεν θα είμαι πάντα μαζί σου»
είπε και η φωνή της ακούστηκε ψιλή και ξέπνοη στο φως που
χανόταν.
Ίσως τότε έπρεπε να παγώσει η καρδιά μου. Ίσως έπρεπε
να είχα γυρίσει, να την έπαιρνα αγκαλιά και να την πήγαινα
στο σπίτι. Να την κρατούσα κλεισμένη σε ένα φρούριο ή σε
έναν πύργο. Κλειδωμένη με ένα χρυσό κλειδί που θα το κα
τάπινα και που μόνο αν μου άνοιγαν την κοιλιά θα το έβρισκαν.
Αλλά, φυσικά, τότε σκέφτηκα ότι αυτά τα λόγια δεν σήμαιναν
τίποτε, τίποτε απολύτως.
«Προς το παρόν είσαι μαζί μου, πάντως».
Γύρισα. Μου φάνηκε πολύ μακριά. Το περίγραμμα του
κεφαλιού της ήταν όμοιο με τις χορταριασμένες κορυφές του
φράχτη που υψώνονταν στις δυο πλευρές του δρόμου πλησιά
ζοντας η μία την άλλη.
«Κάρμελ;»
Μια απαλή παγωμένη ανάσα σαν μεγάλο σύννεφο χάιδεψε
το μανίκι του παλτού μου.
«Εδώ είμαι».
Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν το ’χει η μοίρα μου να συνεχίσω
να ψάχνω ακόμα κι όταν πεθάνω. Θα γίνω κουκουβάγια και
θα πετάω πάνω από τους αγρούς τη νύχτα, θα ορμάω πάνω
από σκυφτούς θάμνους και σκοτεινούς δρόμους. Ο καπνός από
τις καμινάδες θα λικνίζεται στο φτερούγισμά μου καθώς θα