Το κορίτσι με το κόκκινο παλτό - page 10

16
K A T E H A M E R
Όχι μόνο μερικές φορές.
«Εσύ μοιάζεις με τον μπαμπά σου, αγάπη μου».
«Θα ’θελα όμως να ξέρω».
Χαμογελάει:
«Θα δω τι μπορώ να κάνω».
Όταν κατεβαίνουμε από το λεωφορείο, ο ουρανός είναι
άσπρος και είμαι τόσο ενθουσιασμένη που θα δω πραγματικό
λαβύρινθο ώστε τρέχω μπροστά. Βρισκόμαστε σε ένα μεγάλο
πάρκο και η ομίχλη γύρω μας παίρνει σχήματα που μοιάζουν
με φαντάσματα. Υπάρχει ένα πελώριο γκρίζο σπίτι με εκατο­
ντάδες παράθυρα, που όλα μας κοιτάζουν. Καταλαβαίνω ότι
η μαμά φοβάται το σπίτι, έτσι του γρυλίζω. Μερικές φορές
φοβάται τα πάντα η μαμά – ποτάμια, δρόμους, αυτοκίνητα,
αεροπλάνα, τι θα γίνει και τι δεν θα γίνει. Αλλά μετά γελάει
και λέει: «Τι χαζή που είμαι».
Τώρα βρισκόμαστε στην κορυφή ενός λόφου, και βλέπω τον
λαβύρινθο από ψηλά και μοιάζει πράγματι με τον ανθρώπινο
εγκέφαλο. Νομίζω πως είναι πολύ αστείο το ότι σκέφτηκα ένα
μυαλό με το μυαλό μου και προσπαθώ να της το εξηγήσω,
αλλά δεν το εξηγώ και πολύ καλά, έτσι δεν νομίζω ότι το κα­
ταλαβαίνει και πολύ. Κουνάει όμως το κεφάλι της έτσι κι αλλιώς
και ακούει καθώς στέκεται εκεί με το μακρύ, γαλάζιο παλτό
της, που έχει μουσκέψει κάτω κάτω από το χορτάρι. Λέει:
«Πολύ ενδιαφέρον, Κάρμελ». Δεν είμαι σίγουρη αν κατάλαβε
πραγματικά αλλά πάντα προσπαθεί. Δεν σε αγνοεί σαν να
είσαι κανένα ποντίκι ή καμιά νυχτερίδα.
Έτσι μπαίνουμε μέσα.
Και αντιλαμβάνομαι ξαφνικά πως είναι ένα μέρος που μου
αρέσει πιο πολύ απ’ όλα τα μέρη που έχω πάει. Οι πράσινοι
τοίχοι είναι τόσο ψηλοί, που ο ουρανός είναι μια φέτα από
πάνω μου, και είναι σαν να είμαι μέσα σε ένα παζλ αλλά και
σε ένα δάσος ταυτόχρονα. Η μαμά λέει πως τα δέντρα λέγονται
1,2,3,4,5,6,7,8,9 11,12
Powered by FlippingBook