10
K A T E H A M E R
στο μισοσκόταδο να κάθεται στα μπλεγμένα κλαδιά της οξιάς
και να φωνάζει. Αλλά το βράδυ, στον ύπνο μου, πάλι θα περ
πατάει ανάποδα προς το σπίτι –ή μήπως απομακρύνεται από
αυτό;– κι έτσι ποτέ δεν πλησιάζει.
Τα ρούχα της ήταν πολλές φορές σκέτη τσαπατσουλιά. Το
χειμωνιάτικο καλσόν της κατέβαινε χαμηλά, μέχρι τα γόνατα,
κι έμοιαζε σαν πιγκουίνος όταν περπατούσε. Ο γιακάς της
σχολικής στολής της πετούσε από τη μια μεριά ενώ από την
άλλη ήταν χωμένος μέσα από το πουλόβερ της. Αλλά το μυα
λό της ήταν το κάτι άλλο – ήξερε τι αισθάνονταν οι άνθρωποι.
Όταν ο άντρας της Σάλι την παράτησε, η Σάλι καθόταν στην
κουζίνα μου και έπινε τεκίλα, ενώ εγώ προσπαθούσα να την
παρηγορήσω. Αλάτι και λάιμ και αλκοόλ για έναν σύζυγο. Η
Κάρμελ πέρασε και έχωσε τα δάχτυλά της σαν κλαράκια στα
πυκνά καστανά μαλλιά της Σάλι και της έκανε μασάζ στο
κεφάλι. Η Σάλι άρχισε να βογκάει και έριξε το κεφάλι της προς
τα πίσω.
«Αχ, Θεέ μου, Κάρμελ, πού έμαθες να το κάνεις αυτό;»
«Σσσς, πουθενά» ψιθύρισε και συνέχισε να τη μαλάζει.
Αυτό έγινε λίγο πριν εξαφανιστεί στην ομίχλη.
Χριστούγεννα, 1999. Τα μάγουλα των παιδιών ήταν ροδοκόκ
κινα από το κρύο και τον ενθουσιασμό καθώς έβγαιναν βια
στικά από την πόρτα του σχολείου. Όλα τους μου φαίνονταν
σαν μικρά τρολ σε σύγκριση με την Κάρμελ. Αναρωτήθηκα
τότε αν όλοι οι γονείς έκαναν τέτοιες σκέψεις. Είχε ήδη σχεδόν
σκοτεινιάσει και έπρεπε να διασχίσουμε τους αγροτικούς δρό
μους.
Έκανε κρύο όταν ξεκινήσαμε και στις παρυφές του δρόμου
υπήρχε χιόνι. Λαμπύριζε στο λυκόφως και μας έδειχνε τον
δρόμο. Συνειδητοποίησα ότι είχα σφίξει τα χέρια μου γροθιές