Το κορίτσι με το κόκκινο παλτό - page 11

17
Τ Ο Κ Ο Ρ Ι Τ Σ Ι Μ Ε Τ Ο Κ Ο Κ Κ Ι Ν Ο Π Α Λ Τ Ο
έλατα και το συλλαβίζει γιατί γελάω και τη ρωτάω: «Έλα, τι;»
Συνεχίζω να τρέχω στο μονοπάτι, στη μέση, εκεί όπου το χορ­
τάρι στριμώχνεται σε μια καφετιά λωρίδα, και η μαμά τώρα
βρίσκεται πολύ πίσω μου. Αλλά δεν έχει σημασία, επειδή ξέρω
πώς είναι οι λαβύρινθοι και πως, ακόμα κι αν τη χάσω, αργά
ή γρήγορα θα βρεθούμε.
Συνεχίζω, στρίβω σε γωνίες, και όλα τα σημεία μοιάζουν
ίδια. Κατακόκκινα μούρα ξεπετάγονται από τους πράσινους
τοίχους και πουλιά πετάνε πάνω από το κεφάλι μου. Μόνο
που δεν τα βλέπω να πετάνε από τη μια άκρη του ουρανού ως
την άλλη – πετάνε πάνω από τους ψηλούς πράσινους τοίχους,
έτσι τα βλέπω μόνο για ένα δευτερόλεπτο και μετά χάνονται.
Ακούω κάποιον στην άλλη πλευρά του τοίχου:
«Κάρμελ, εσύ είσαι;»
Και λέω όχι, κι ας ξέρω ότι είναι η μαμά μου – δεν μοιάζει
με τη φωνή της.
«Ναι, εσύ είσαι, το ξέρω, επειδή βλέπω το κόκκινο καλσόν
σου ανάμεσα στα δέντρα» λέει.
Αλλά δεν θέλω να φύγουμε κι έτσι ξεγλιστράω αθόρυβα.
Αρχίζει να σκοτεινιάζει, ακόμη όμως νιώθω άνετα σ’ αυτό το
μέρος. Τώρα μοιάζει πιο πολύ με δάσος παρά με λαβύρινθο.
Οι κορυφές των δέντρων ψηλώνουν κι άλλο, λες και μεγαλώνουν
στο σκοτάδι. Άσπρα λουλουδάκια φεγγίζουν και όταν βλέπω
ένα σχοινί να κρέμεται από το κλαδί ενός δέντρου σκέφτομαι
ότι ίσως ένα παιδί σαν εμένα να το χρησιμοποιούσε για κούνια.
Κρέμεται στη μέση ενός μονοπατιού, έτσι πηγαίνω κατευθείαν
εκεί και σχεδόν αγγίζω τη φθαρμένη άκρη του με τη μύτη μου
κι αυτό στροβιλίζεται στον αέρα σαν σκουλήκι. Μυρωδιές ανα­
δίδονται γύρω μου από τα σκουροπράσινα φυλλώματα και
πουλιά κελαηδούν ανάμεσα απ’ τους τοίχους.
Αποφασίζω να ξαπλώσω κάτω από ένα δέντρο, πάνω στη
μαλακιά καφετιά γη, για να ξεκουραστώ, επειδή τώρα νιώθω
1...,2,3,4,5,6,7,8,9,10 12
Powered by FlippingBook