1
Ο
νειρεύομαι συχνά την Κάρμελ. Στα όνειρά μου περπατά
πάντα ανάποδα.
Τη μέρα που γεννήθηκε είχε χιονίσει. Την κρατούσα στην
αγκαλιά μου ενώ ένα ασημένιο φως διέγραφε τόξο μέσα από
το παράθυρο.
Καθώς μεγάλωνε της έβγαλα το παρατσούκλι «το μικρό
μου σκαντζοχοιράκι». Δεν μπορούσα να τη φανταστώ να ζει
κάπου αλλού εκτός από την εξοχή. Τα πυκνά σγουρά μαλλιά
της πετούσαν κι έμοιαζαν με θραύσματα γυαλιού και το κε
φάλι της ήταν ίδιο με κεφαλάκι πικραλίδας.
«Μοιάζεις λες και σε έσυραν ανάποδα μέσα από τίποτε
θάμνους» της έλεγα.
Κι εκείνη χαμογελούσε. Έκλεινε τα μάτια και πετάριζε τις
βλεφαρίδες της. Τα χλωμά της βλέφαρα με τις μοβ φλεβίτσες
σφάλιζαν τα μάτια της σαν πεταλούδες.
«Χμ, μπορώ να το φανταστώ» έλεγε τελικά γλείφοντας τα
χείλια της.
Κοιτάζω από το παράθυρο και σχεδόν τη βλέπω –με το
κόκκινο καλσόν της που έκανε τα πόδια της να μοιάζουν σαν
γλυκόριζες με γεύση κεράσι– να ανεβαίνει τον δρόμο για το
σχολείο. Μου λείπει τόσο, που νιώθω σαν να έχω έναν πελώριο
κόμπο στον λαιμό και δεν μπορώ να καταπιώ.
Απόψε θα την ονειρευτώ ξανά, το νιώθω. Τη φαντάζομαι