ΤΑ ΜΙΚΡΑ Μετάφραση-Επίμετρο Σοφία Αυγερινού Katherine Mansfield JE NE PARLE PAS FRANÇAIS
Je ne parle pas français
Πρώτη έκδοση Νοέμβριος 2025 Τίτλος πρωτοτύπου Katherine Mansfield, Je ne parle pas français, 1918 © 2025, Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (για την ελληνική γλώσσα) ISBN 978-618-03-4641-1 ΒOΗΘ. ΚΩΔ. ΜΗΧ/ΣΗΣ 84641 Κ.Ε.Π. 6441, Κ.Π. 22651 Το παρόν έργο πνευµατικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Nόµου (N. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήµερα) και τις διεθνείς συµβάσεις περί πνευµατικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε µέσο ή τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκμίσθωση ή δανεισµός, µετάφραση, διασκευή, αναµετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε µορφή (ηλεκτρονική, µηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκµετάλλευση του συνόλου ή µέρους του έργου. Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003500 metaixmio.gr • [email protected] Κεντρική διάθεση Ασκληπιού 18, 106 80 Αθήνα τηλ.: 210 3647433 Bιβλιοπωλεία ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ • Aσκληπιού 18, 106 80 Aθήνα τηλ.: 210 3647433 • Πολυχώρος, Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003580, fax: 211 3003581 Ξένη λογοτεχνία
KATHERINE MANSFIELD Je ne parle pas français ΜΕΤΆΦΡΑΣΗ-ΕΠΙΜΕΤΡΟ Σοφία Αυγερινού
Η μετάφραση βασίστηκε στην έκδοση Κatherine Mansfield’s Selected Stories, επιμ. Vincent O’Sullivan, Norton Critical Editions, 2006, σ. 121-144.
7 Δεν ξέρω γιατί μου αρέσει τόσο πολύ αυτό το μικρό καφέ. Είναι βρόμικο και θλιβερό, θλιβερό. Δεν είναι πως έχει κάτι που το κάνει να ξεχωρίζει από εκατοντάδες άλλα – δεν έχει· ούτε είναι πως έρχονται εδώ κάθε μέρα τίποτα παράξενοι τύποι που θα μπορούσες να τους παρακολουθείς από τη γωνιά σου και να τους αναγνωρίζεις κάθε μέρα και λίγο πολύ (με ιδιαίτερη έμφαση στο λίγο) να τους μάθεις. Μα, σας παρακαλώ, μη φανταστείτε ότι αυτές οι παρενθέσεις είναι κάποιου είδους ομολογία της ταπεινοφροσύνης μου έναντι της ανθρώπινης ψυχής. Επ’ ουδενί· δεν πιστεύω στην ανθρώπινη ψυχή. Ποτέ δεν πίστεψα. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι είναι σαν τις βαλίτσες – κουβαλάνε κάποια πράγματα, ξεκινούν μια πορεία, τους πετάνε αποδώ κι αποκεί, τους κάνουν πέρα, τους ρίχνουν κάτω, τους χάνουν και τους βρίσκουν ξαφνικά μισοάδειους ή στριμωγμένους και πιο φουσκωμένους από ποτέ, μέχρι που τελικά ο Ύστατος Αχθοφόρος τους δίνει μια και τους πετάει στην Ύστα-
8 τη Αμαξοστοιχία και φεύγουνε και πάνε, μέσα στο κροτάλισμα των τροχών. Βέβαια, αυτές οι βαλίτσες μπορούν να γίνουν πολύ συναρπαστικές. Ω, πολύ! Με βλέπω να στέκομαι μπροστά τους, καταλαβαίνετε, έτσι δεν είναι; Σαν τον υπεύθυνο του τελωνείου. «Έχετε τίποτα να δηλώσετε; Τίποτα κρασιά, οινοπνευματώδη, πούρα, αρώματα, μετάξια;» Και η στιγμή που αναρωτιέμαι αν θα με ξεγελάσουν ακριβώς την ώρα που θα βάζω την τζίφρα μου με την κιμωλία κι έπειτα η άλλη στιγμή, αμέσως μετά, όταν αναρωτιέμαι μήπως με ξεγέλασαν, είναι ίσως οι πιο συναρπαστικές στιγμές στη ζωή. Ναι, είναι, για μένα. Μα προτού ξεκινήσω αυτή τη μακροσκελή και μάλλον παρατραβηγμένη και όχι τόσο τρομερά πρωτότυπη παρέκβαση, αυτό που απλώς ήθελα να πω ήταν ότι εδώ δεν έχει καμιά βαλίτσα για να ελέγξω, επειδή η πελατεία αυτού του καφέ, κυρίες και κύριοι, δεν κάθεται. Όχι, στέκεται στον πάγκο και αποτελείται από μια χούφτα εργάτες που έρχονται από το ποτάμι, όλοι πασπαλισμένοι με λευκό αλεύρι, ασβέστη ή κάτι τέτοιο, και λίγους στρατιώτες που φέρνουν μαζί τους λεπτά, μελαχρινά κορίτσια με ασημένιους κρίκους στ’ αυτιά και καλάθια για τα ψώνια στα χέρια.
9 Η Μαντάμ είναι λεπτή και μελαχρινή κι αυτή, με λευκά μάγουλα και λευκά χέρια. Κάτω από ένα συγκεκριμένο φως δείχνει κάπως διάφανη, σαν να λάμπει μέσα από το μαύρο σάλι της προκαλώντας μια εντύπωση ασυνήθιστη. Όταν δεν σερβίρει, κάθεται σ’ ένα σκαμπό με το πρόσωπο στραμμένο, πάντα, προς το παράθυρο. Τα μάτια της με τους μαύρους κύκλους ψάχνουν έναν γύρο και ακολουθούν τους περαστικούς, μα όχι σαν να γυρεύει να εντοπίσει κάποιον. Ίσως πριν από δεκαπέντε χρόνια να γύρευε πράγματι· μα τώρα η πόζα αυτή της έχει γίνει συνήθεια. Το καταλαβαίνεις από το ύφος της, κουρασμένο και απελπισμένο, πρέπει να έχει παραιτηθεί από την αναζήτηση εδώ και δέκα χρόνια τουλάχιστον… Κι έπειτα είναι ο σερβιτόρος. Όχι αξιοθρήνητος – οπωσδήποτε όχι κωμικός. Ποτέ δεν κάνει κάποια από αυτές τις απολύτως ασήμαντες παρατηρήσεις που σε εκπλήσσουν όταν τις ακούς από τα χείλη ενός σερβιτόρου (λες και ο καημένος είναι κάτι σαν διασταύρωση ανάμεσα σε ή μποτίλια κρασί και δεν περιμένεις να περιέχει ούτε μια στάλα από κάτι διαφορετικό). Είναι γκριζομάλλης και μαραμένος, με πλατυποδία και μακριά, εύθραυστα νύχια που σου ταράζουν τα νεύρα όταν αγγίζει φευγαλέα τις δυο σου δεκάρες. Όταν δεν
10 βρομίζει το τραπέζι με την πετσέτα του ή δεν βαράει πεθαμένες μύγες, στέκει με το ένα χέρι στη ράχη μιας καρέκλας, μ’ αυτή τη θεόμακρη ποδιά του, και στο άλλο χέρι, διπλωμένο στα τρία, το βρόμικο παλιόπανο που έχει για πετσέτα, περιμένοντας να τον φωτογραφίσουν, συσχετίζοντάς τον με κάποιον άθλιο φόνο. «Το εσωτερικό του καφέ όπου βρέθηκε το πτώμα». Τον έχετε δει εκατοντάδες φορές. Πιστεύετε ότι κάθε μέρος έχει μια συγκεκριμένη ώρα της ημέρας που ζωντανεύει στ’ αλήθεια; Δεν εννοώ ακριβώς αυτό. Είναι περισσότερο το εξής: Μοιάζει πράγματι να υπάρχει μια στιγμή που συνειδητοποιείς ότι, μάλλον τυχαία, έτυχε να εμφανιστείς στη σκηνή ακριβώς την ώρα που σε περίμεναν. Τα πάντα είναι κανονισμένα για σένα – σε περιμένουν. Α, κυρίαρχος της κατάστασης! Παίρνεις μια ανάσα, όλο σπουδαιότητα. Και την ίδια στιγμή χαμογελάς, στα κρυφά, πονηρά, επειδή η Ζωή μοιάζει να έχει αντίρρηση, δεν θέλει να σου χαρίσει αυτές τις εισόδους, μοιάζει πράγματι να προσπαθεί να σου τις αρπάξει και να τις καταστήσει αδύνατες, σε κρατάει σε αγωνία μέχρι να είναι πολύ αργά, στ’ αλήθεια… Αυτή τη φορά όμως, και μόνο αυτή τη φορά, τη νίκησες τη γριά μάγισσα.
11 Απόλαυσα μια απ’ αυτές τις στιγμές την πρώτη φορά που μπήκα εδώ μέσα. Γι’ αυτό ξανάρχομαι διαρκώς, υποθέτω. Επιστρέφω στη σκηνή του θριάμβου μου ή στη σκηνή του εγκλήματος, όπου για μια φορά έπιασα τη γριά σκύλα από το λαρύγγι και την έκανα ό,τι ήθελα. Ερώτηση: Γιατί τα βάζω τόσο πολύ με τη Ζωή; Και γιατί τη βλέπω σαν καμιά ρακοσυλλέκτρια στο αμερικάνικο σινεμά, να σέρνεται τυλιγμένη μ’ ένα βρομερό σάλι, με τα γέρικα γαμψόνυχά της γραπωμένα σ’ ένα ραβδί; Απάντηση: Η άμεση επίδραση του αμερικάνικου σινεμά σ’ ένα αδύναμο μυαλό. Όπως και να ’χει, «το σύντομο, χειμωνιάτικο απόγευμα πλησίαζε στο τέλος του» καθώς λένε, και εγώ περπατούσα χωρίς σκοπό, είτε πηγαίνοντας σπίτι είτε όχι, όταν βρέθηκα εδώ μέσα και πήγα σ’ εκείνη τη θέση στη γωνία. Κρέμασα το εγγλέζικο πανωφόρι μου και το γκρίζο, τσόχινο καπέλο μου στην κρεμάστρα πίσω μου και, αφού έδωσα χρόνο στον σερβιτόρο για να τον φωτογραφίσουν τουλάχιστον είκοσι φωτογράφοι όσο τραβούσε η ψυχή τους, παράγγειλα έναν καφέ. Μου έβαλε ένα ποτήρι από το γνωστό, μαβί υγρό
12 με το πράσινο, ασταθές φως να τρεμοπαίζει από πάνω του, και έφυγε αθόρυβα κι εγώ κάθισα σφίγγοντας το ποτήρι στα χέρια μου, επειδή έξω έκανε ψοφόκρυο. Ξάφνου συνειδητοποίησα ότι, χωρίς να το θέλω, χαμογελούσα. Αργά αργά ύψωσα το κεφάλι και είδα τον εαυτό μου στον καθρέφτη απέναντι. Ναι, καθόμουν εκεί, γερμένος στο τραπέζι, χαμογελούσα με το βαθύ, πονηρό μου χαμόγελο, το ποτήρι με τον καφέ ήταν μπροστά μου, με τον ατμό να σχηματίζει από πάνω του ένα θολό λοφίο και στο πλάι ο κύκλος του λευκού, μικρού πιάτου με δυο κομμάτια ζάχαρη. Άνοιξα διάπλατα τα μάτια. Να που υπήρχα εδώ και μια αιωνιότητα, ας πούμε, και τώρα επιτέλους ζωντάνευα… Ήταν πολύ ήσυχα μέσα στο καφέ. Έξω, μπορούσες να δεις μέσα από το μούχρωμα ότι είχε αρχίσει να χιονίζει. Έβλεπες τα σχήματα των αλόγων και των αμαξιών και των ανθρώπων, απαλά και λευκά, να ξεπροβάλλουν από τον πουπουλένιο αέρα. Ο σερβιτόρος εξαφανίστηκε και εμφανίστηκε πάλι με μια αγκαλιά άχυρα. Τα σκόρπισε στο πάτωμα από την πόρτα ως τον πάγκο και γύρω από τη στόφα με κινήσεις γεμάτες ταπεινότητα, σχεδόν λατρεία. Κανείς
13 δεν θα ξαφνιαζόταν, αν άνοιγε η πόρτα και έμπαινε μέσα η Παρθένος Μαρία, καβάλα σ’ ένα γαϊδουράκι, με τα μειλίχια χέρια σταυρωμένα επάνω στη μεγάλη της κοιλιά… Ωραίο αυτό, δεν νομίζετε – αυτό με την Παρθένο; Βγαίνει από την πένα τόσο απαλά· έχει έναν τέτοιο «ρυθμό που αργοσβήνει».1 Έτσι μου φάνηκε εκείνη τη στιγμή και αποφάσισα να το σημειώσω. Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα σου χρειαστεί μια φρασούλα σαν κι αυτή για να στρογγυλέψεις μια παράγραφο. Οπότε, προσέχοντας να κινούμαι όσο το δυνατόν λιγότερο, γιατί τα «μάγια» δεν είχαν σπάσει ακόμη (το ξέρετε τάχα;), άπλωσα το χέρι στο διπλανό τραπέζι για να πάρω ένα σημειωματάριο. Φυσικά δεν υπήρχε ούτε χαρτί ούτε φάκελοι. Μονάχα ένα κομματάκι ροζ στυπόχαρτο, απίστευτα απαλό και άνευρο και σχεδόν υγρό, σαν τη γλώσσα κάποιου νεκρού, μικρού γατιού, κάτι που ποτέ δεν έχω αγγίξει. Καθόμουν – μα διαρκώς από κάτω, σ’ αυτή την κατάσταση αναμονής, στριφογυρνούσα τη γλώσσα του μικρού, νεκρού γατιού στο δάχτυλό μου και στριφογυρνούσα την απαλή φράση στο μυαλό μου, ενώ τα μάτια μου ρουφούσαν τα ονόματα των κοριτσιών και τα βρόμικα ανέκδοτα και τις ζωγραφιές με μποτίλιες
14 και κούπες που δεν κάθονταν καλά πάνω στα πιατάκια, σκόρπιες εδώ κι εκεί στο σημειωματάριο. Είναι πάντα ίδια, ξέρετε. Τα κορίτσια έχουν πάντα τα ίδια ονόματα, οι κούπες δεν κάθονται καλά στα πιατάκια, όλες οι καρδιές είναι κολλημένες και δεμένες με κορδέλες. Μα μετά, αρκετά ξαφνικά, στο κάτω μέρος της σελίδας, έπεσα πάνω σ’ εκείνη την ηλίθια, πολυκαιρισμένη μικρή φράση, γραμμένη με πράσινο μελάνι: Je ne parle pas français. Ορίστε! Είχε έρθει – η στιγμή – η χειρονομία! Και μολονότι ήμουν σε τέτοια εγρήγορση, με έπιασε και με έφερε τούμπα· τα έχασα τελείως. Και η φυσική αίσθηση ήταν τόσο παράξενη, τόσο ιδιαίτερη. Ήταν λες και όλος ο εαυτός μου, εκτός από το κεφάλι και τα χέρια, όλο το σώμα μου που βρισκόταν κάτω από το τραπέζι, είχε απλώς διαλυθεί, είχε λιώσει, είχε γίνει νερό. Μονάχα το κεφάλι μου έμενε και δυο ξυλάκια για χέρια, που πίεζαν το τραπέζι. Μα, αχ! Η αγωνία εκείνης της στιγμής! Πώς να την περιγράψω; Δεν σκεφτόμουν τίποτα, ούτε καν έβαλα τις φωνές. Απλώς για μια στιγμή δεν υπήρχα. Ήμουν Αγωνία, Αγωνία, Αγωνία. Έπειτα πέρασε και το αμέσως επόμενο δευτερόλεπτο
15 σκεφτόμουν: «Θεούλη μου! Είμαι ικανός να νιώσω κάτι τόσο δυνατό; Μα δεν είχα απολύτως καμία συναίσθηση του εαυτού μου! Δεν είχα κάποια φράση που να ταιριάζει μ’ αυτό! Με είχε υποτάξει ολοκληρωτικά! Έχασα το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια μου! Δεν προσπάθησα, ούτε στο ελάχιστο, να το σημειώσω!». Και φούσκωνα ολοένα, μέχρι που τελικά ξεφούσκωσα μ’ ένα: «Τελικά, πρέπει να είμαι πλάσμα πρωτοκλασάτο. Κανένα δευτεροκλασάτο μυαλό δεν θα βίωνε με τρόπο τόσο… αγνό μια τέτοια ένταση συναισθήματος».
«Η Κάθριν Μάνσφιλντ ήταν μια από τις πιο ατρόμητες και αστείες συγγραφείς του 20ού αιώνα». Guardian Τι κρύβεται πίσω από το αστραφτερό προσκήνιο του μεσοπολεμικού Παρισιού; Και τι μέσα στο μυαλό ενός κυνικού και πνευματώδους νέου που δεν πιστεύει στην ανθρώπινη ψυχή; Το Je ne parle pas français, ένα από τα ωραιότερα διηγήματα της Κάθριν Μάνσφιλντ, αποτελεί την παιγνιώδη και ειρωνική εξομολόγηση του Ραούλ Ντικέτ, ενός νεαρού λογοτέχνη που διασχίζει τον κόσμο χωρίς να τον αγγίζει, φαινομενικά, τίποτα, και μοιάζει να ειρωνεύεται κάθε συναίσθημα και κάθε δέσμευση. Όμως κάτι μέσα του αντιστέκεται και κάνει αυτόν τον «υπόγειο» τύπο να αντιλαμβάνεται φευγαλέες εκλάμψεις ενός αόρατου κόσμου απόγνωσης και προσμονής, ελπίδας και σκότους. JE NE PARLE PAS FRANÇAIS Katherine Mansfield ISBN: 978-618-03-4641-1 ΒΟΗΘ. ΚΩΔ. MHX/ΣΗΣ 84641
www.metaixmio.grRkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=