9 Η Μαντάμ είναι λεπτή και μελαχρινή κι αυτή, με λευκά μάγουλα και λευκά χέρια. Κάτω από ένα συγκεκριμένο φως δείχνει κάπως διάφανη, σαν να λάμπει μέσα από το μαύρο σάλι της προκαλώντας μια εντύπωση ασυνήθιστη. Όταν δεν σερβίρει, κάθεται σ’ ένα σκαμπό με το πρόσωπο στραμμένο, πάντα, προς το παράθυρο. Τα μάτια της με τους μαύρους κύκλους ψάχνουν έναν γύρο και ακολουθούν τους περαστικούς, μα όχι σαν να γυρεύει να εντοπίσει κάποιον. Ίσως πριν από δεκαπέντε χρόνια να γύρευε πράγματι· μα τώρα η πόζα αυτή της έχει γίνει συνήθεια. Το καταλαβαίνεις από το ύφος της, κουρασμένο και απελπισμένο, πρέπει να έχει παραιτηθεί από την αναζήτηση εδώ και δέκα χρόνια τουλάχιστον… Κι έπειτα είναι ο σερβιτόρος. Όχι αξιοθρήνητος – οπωσδήποτε όχι κωμικός. Ποτέ δεν κάνει κάποια από αυτές τις απολύτως ασήμαντες παρατηρήσεις που σε εκπλήσσουν όταν τις ακούς από τα χείλη ενός σερβιτόρου (λες και ο καημένος είναι κάτι σαν διασταύρωση ανάμεσα σε ή μποτίλια κρασί και δεν περιμένεις να περιέχει ούτε μια στάλα από κάτι διαφορετικό). Είναι γκριζομάλλης και μαραμένος, με πλατυποδία και μακριά, εύθραυστα νύχια που σου ταράζουν τα νεύρα όταν αγγίζει φευγαλέα τις δυο σου δεκάρες. Όταν δεν
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=