8 τη Αμαξοστοιχία και φεύγουνε και πάνε, μέσα στο κροτάλισμα των τροχών. Βέβαια, αυτές οι βαλίτσες μπορούν να γίνουν πολύ συναρπαστικές. Ω, πολύ! Με βλέπω να στέκομαι μπροστά τους, καταλαβαίνετε, έτσι δεν είναι; Σαν τον υπεύθυνο του τελωνείου. «Έχετε τίποτα να δηλώσετε; Τίποτα κρασιά, οινοπνευματώδη, πούρα, αρώματα, μετάξια;» Και η στιγμή που αναρωτιέμαι αν θα με ξεγελάσουν ακριβώς την ώρα που θα βάζω την τζίφρα μου με την κιμωλία κι έπειτα η άλλη στιγμή, αμέσως μετά, όταν αναρωτιέμαι μήπως με ξεγέλασαν, είναι ίσως οι πιο συναρπαστικές στιγμές στη ζωή. Ναι, είναι, για μένα. Μα προτού ξεκινήσω αυτή τη μακροσκελή και μάλλον παρατραβηγμένη και όχι τόσο τρομερά πρωτότυπη παρέκβαση, αυτό που απλώς ήθελα να πω ήταν ότι εδώ δεν έχει καμιά βαλίτσα για να ελέγξω, επειδή η πελατεία αυτού του καφέ, κυρίες και κύριοι, δεν κάθεται. Όχι, στέκεται στον πάγκο και αποτελείται από μια χούφτα εργάτες που έρχονται από το ποτάμι, όλοι πασπαλισμένοι με λευκό αλεύρι, ασβέστη ή κάτι τέτοιο, και λίγους στρατιώτες που φέρνουν μαζί τους λεπτά, μελαχρινά κορίτσια με ασημένιους κρίκους στ’ αυτιά και καλάθια για τα ψώνια στα χέρια.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=