14 και κούπες που δεν κάθονταν καλά πάνω στα πιατάκια, σκόρπιες εδώ κι εκεί στο σημειωματάριο. Είναι πάντα ίδια, ξέρετε. Τα κορίτσια έχουν πάντα τα ίδια ονόματα, οι κούπες δεν κάθονται καλά στα πιατάκια, όλες οι καρδιές είναι κολλημένες και δεμένες με κορδέλες. Μα μετά, αρκετά ξαφνικά, στο κάτω μέρος της σελίδας, έπεσα πάνω σ’ εκείνη την ηλίθια, πολυκαιρισμένη μικρή φράση, γραμμένη με πράσινο μελάνι: Je ne parle pas français. Ορίστε! Είχε έρθει – η στιγμή – η χειρονομία! Και μολονότι ήμουν σε τέτοια εγρήγορση, με έπιασε και με έφερε τούμπα· τα έχασα τελείως. Και η φυσική αίσθηση ήταν τόσο παράξενη, τόσο ιδιαίτερη. Ήταν λες και όλος ο εαυτός μου, εκτός από το κεφάλι και τα χέρια, όλο το σώμα μου που βρισκόταν κάτω από το τραπέζι, είχε απλώς διαλυθεί, είχε λιώσει, είχε γίνει νερό. Μονάχα το κεφάλι μου έμενε και δυο ξυλάκια για χέρια, που πίεζαν το τραπέζι. Μα, αχ! Η αγωνία εκείνης της στιγμής! Πώς να την περιγράψω; Δεν σκεφτόμουν τίποτα, ούτε καν έβαλα τις φωνές. Απλώς για μια στιγμή δεν υπήρχα. Ήμουν Αγωνία, Αγωνία, Αγωνία. Έπειτα πέρασε και το αμέσως επόμενο δευτερόλεπτο
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=