Je ne parle pas francais

13 δεν θα ξαφνιαζόταν, αν άνοιγε η πόρτα και έμπαινε μέσα η Παρθένος Μαρία, καβάλα σ’ ένα γαϊδουράκι, με τα μειλίχια χέρια σταυρωμένα επάνω στη μεγάλη της κοιλιά… Ωραίο αυτό, δεν νομίζετε – αυτό με την Παρθένο; Βγαίνει από την πένα τόσο απαλά· έχει έναν τέτοιο «ρυθμό που αργοσβήνει».1 Έτσι μου φάνηκε εκείνη τη στιγμή και αποφάσισα να το σημειώσω. Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα σου χρειαστεί μια φρασούλα σαν κι αυτή για να στρογγυλέψεις μια παράγραφο. Οπότε, προσέχοντας να κινούμαι όσο το δυνατόν λιγότερο, γιατί τα «μάγια» δεν είχαν σπάσει ακόμη (το ξέρετε τάχα;), άπλωσα το χέρι στο διπλανό τραπέζι για να πάρω ένα σημειωματάριο. Φυσικά δεν υπήρχε ούτε χαρτί ούτε φάκελοι. Μονάχα ένα κομματάκι ροζ στυπόχαρτο, απίστευτα απαλό και άνευρο και σχεδόν υγρό, σαν τη γλώσσα κάποιου νεκρού, μικρού γατιού, κάτι που ποτέ δεν έχω αγγίξει. Καθόμουν – μα διαρκώς από κάτω, σ’ αυτή την κατάσταση αναμονής, στριφογυρνούσα τη γλώσσα του μικρού, νεκρού γατιού στο δάχτυλό μου και στριφογυρνούσα την απαλή φράση στο μυαλό μου, ενώ τα μάτια μου ρουφούσαν τα ονόματα των κοριτσιών και τα βρόμικα ανέκδοτα και τις ζωγραφιές με μποτίλιες

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=