12 με το πράσινο, ασταθές φως να τρεμοπαίζει από πάνω του, και έφυγε αθόρυβα κι εγώ κάθισα σφίγγοντας το ποτήρι στα χέρια μου, επειδή έξω έκανε ψοφόκρυο. Ξάφνου συνειδητοποίησα ότι, χωρίς να το θέλω, χαμογελούσα. Αργά αργά ύψωσα το κεφάλι και είδα τον εαυτό μου στον καθρέφτη απέναντι. Ναι, καθόμουν εκεί, γερμένος στο τραπέζι, χαμογελούσα με το βαθύ, πονηρό μου χαμόγελο, το ποτήρι με τον καφέ ήταν μπροστά μου, με τον ατμό να σχηματίζει από πάνω του ένα θολό λοφίο και στο πλάι ο κύκλος του λευκού, μικρού πιάτου με δυο κομμάτια ζάχαρη. Άνοιξα διάπλατα τα μάτια. Να που υπήρχα εδώ και μια αιωνιότητα, ας πούμε, και τώρα επιτέλους ζωντάνευα… Ήταν πολύ ήσυχα μέσα στο καφέ. Έξω, μπορούσες να δεις μέσα από το μούχρωμα ότι είχε αρχίσει να χιονίζει. Έβλεπες τα σχήματα των αλόγων και των αμαξιών και των ανθρώπων, απαλά και λευκά, να ξεπροβάλλουν από τον πουπουλένιο αέρα. Ο σερβιτόρος εξαφανίστηκε και εμφανίστηκε πάλι με μια αγκαλιά άχυρα. Τα σκόρπισε στο πάτωμα από την πόρτα ως τον πάγκο και γύρω από τη στόφα με κινήσεις γεμάτες ταπεινότητα, σχεδόν λατρεία. Κανείς
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=