Χόρα

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

ΧΟΡΑ

Πρώτη έκδοση Οκτώβριος 2026 Επιμέλεια έκδοσης Ελένη Μπούρα Eπιμέλεια – διόρθωση τυπογραφικών δοκιμίων Μάγδα Τικοπούλου Σχεδιασμός εξωφύλλου Γιώτα Αλεξάνδρου Σελιδοποίηση Σοφία Ζώρα © 2026, Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ και Φώτης Δούσος ISBN 978-618-03-5137-8 ΒOΗΘ. ΚΩΔ. ΜΗΧ/ΣΗΣ 85137 Κ.Ε.Π. 6783 Κ.Π. 24273 Δεν επιτρέπεται η με οποιονδήποτε τρόπο χρήση ή αναπαραγωγή ολόκληρου ή μέρους του βιβλίου με σκοπό την εκπαίδευση τεχνολογιών ή συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Το παρόν έργο προστατεύεται από τη διαδικασία εξόρυξης κειμένου και δεδομένων (Άρθρο 4(3) Οδηγία (ΕΕ) 2019/790). Το παρόν έργο πνευµατικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Nόµου (N. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήµερα) και τις διεθνείς συµβάσεις περί πνευµατικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε µέσο ή τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκµίσθωση ή δανεισµός, µετάφραση, διασκευή, αναµετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε µορφή (ηλεκτρονική, µηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκµετάλλευση του συνόλου ή µέρους του έργου. Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003500 metaixmio.gr • [email protected] Κεντρική διάθεση Ασκληπιού 18, 106 80 Αθήνα τηλ.: 210 3647433 Bιβλιοπωλεία ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ • Aσκληπιού 18, 106 80 Aθήνα τηλ.: 210 3647433 • Πολυχώρος, Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003580, fax: 211 3003581 Αστυνομικό

Φώτης Δούσος ΧΟΡΑ

Κάποτε ένας μεγάλος δάσκαλος του ninjutsu βρέθηκε στην Αμερική για να κάνει σεμινάρια πολεμικών τεχνών σε πράκτορες του FBI. Ένας από αυτούς τον ρώτησε: «Τι θα έκανες αν βγαίνοντας από την πόρτα του κτιρίου σε περίμενε από απέναντι ένας ελεύθερος σκοπευτής και σε πυροβολούσε;». Ο δάσκαλος απάντησε: «Δεν θα έβγαινα από εκείνη την πόρτα». Όλοι γέλασαν και θεώρησαν την απάντηση ως δείγμα του ιδιότυπου ιαπωνικού χιούμορ. Όμως ο δάσκαλος μιλούσε σοβαρά. – Ανωνύμου Οι αφηγήσεις είναι σαν πληρωμένοι δολοφόνοι. – Terry Eagleton

9 Λάμπρος 2015, ώρα μηδέν της ληστείας Στεκόμαστε στην ουρά και περιμένουμε. Η συναυλία άρχισε. Οι πρώτες νότες ξεχύνονται με γκάζια απ’ τα μεγάφωνα. Ο κόσμος έχει σπάσει. Οι περισσότεροι μπήκαν. Η κοπέλα μπροστά μου φοράει μια κόκκινη μπλούζα. Λικνίζεται στον ρυθμό που καταφτάνει μπουκωμένος. Είναι μια εισαγωγή, ένα οργανικό κομμάτι. Οι λίγοι εναπομείναντες βιάζονται, στριμώχνονται σαν μυρμήγκια. Φτάνουμε κι εμείς σιγά σιγά στα ταμεία. Υπομονετικοί. Λες και είμαστε εκεί για να αγοράσουμε εισιτήριο. Πίσω μας ελάχιστοι τώρα. Κρατάμε μαζί μας θήκες μουσικών οργάνων. Εγώ μια θήκη κλαρίνου. Ο Νικόλας λαούτου. Θα μας περνάνε για μουσικούς που ήρθαμε μετά την πρόβα να παρακολουθήσουμε τη συναυλία από επαγγελματικό ενδιαφέρον. Έχει σίγουρα κι άλλους. Οι μουσικοί πάνε σε συναυλίες συναδέλφων τους. Όχι; Δείχνουμε ήρεμοι. Καμία σύσπαση στο πρόσωπό μας. Δεν μιλάμε μεταξύ μας. Από μέσα όμως βράζουμε. Λίγο πριν φτάσουμε στα ταμεία, φοράμε απότομα τις μπαλακλάβες που έχουμε κρυμμένες στις τσέπες μας –κακή επιλο­

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ 10 γή καλοκαιριάτικα–, ανοίγουμε τις θήκες και από μέσα, αντί για όργανα, βγάζουμε όπλα και φωνάζουμε με ένα στόμα: «Ληστεία! Όλοι κάτω!». Τραβάω πρώτος εγώ, γιατί είναι πιο εύκολο να βγάλω το πιστόλι από τη θήκη του κλαρίνου. Ο Νικόλας θέλει λίγα δευτερόλεπτα παραπάνω για να πάρει το καλάσνικοφ από τη θήκη του λαούτου. Χρόνος που ελπίζω να μην αποδειχτεί μοιραίος. Κι έτσι όπως κραδαίνω το όπλο μου και το στρέφω δεξιά αριστερά ελέγχοντας τον χώρο, και τα μηνίγγια μου χτυπάνε σαν ταμπούρλα από την ένταση, οι λίγοι άνθρωποι που απέμειναν σκορπίζουν τρομαγμένοι, ενώ οι επτά ταμίες πίσω από τους ισάριθμους πάγκους τους έχουν πανιάσει από τον φόβο – δεν τους έχει ξανασυμβεί κάτι παρόμοιο και γενικότερα δεν έχει ξανατύχει ληστεία σε συναυλιακό χώρο, και αναρωτιέμαι γιατί όχι, αφού μοιάζει, μέχρι στιγμής, παιχνιδάκι, πώς δεν το σκέφτηκε κανείς πριν από εμάς, και χαίρομαι που είμαστε εγώ και ο Νικόλας πρωτοπόροι, είχαμε μια καταπληκτική ιδέα και τώρα την υλοποιούμε συνοδεία μουσικής. Τι πιο ταιριαστό. Από τα ηχεία μέσα στο Καλλιμάρμαρο ακούγεται το δεύτερο κομμάτι της συναυλίας, είναι και αυτό χωρίς λόγια, το αναγνωρίζω, ξέρω να το παίζω και εγώ, είναι η Χόρα, και στο τρίτο μέρος της πρώτης πάρτας, στις ντιμινουίτες, οι ταμίες, σαν να υπακούν σε μια αόριστη χορογραφία, βγάζουν όλες μαζί, λες και είναι υπνωτισμένες, τα φράγκα που έχουν παστώσει πίσω τους σε κουτιά παπουτσιών, και εμείς τους ανοίγουμε μια μαύρη σκουπιδοσακούλα. Πετάω το λεφτά μέσα στο ανοιχτό της στόμιο με γρήγορες κινήσεις και έχω χώσει το όπλο μου πρόχειρα κάτω από τη μασχάλη, για να είναι τα δυο μου χέρια ελεύθερα. Ο Νικόλας πίσω μου σαρώνει τον χώρο και υπό την απειλή του πυροβόλου του οι σεκιουριτάδες, που μπορεί να φοράνε αλεξίσφαιρα γιλέκα, αλλά είναι άοπλοι και για αυτό

Χ Ο Ρ Α 11 δεν συνιστούν απειλή, στέκουν στην άκρη, σε απόσταση ασφαλείας, και το μόνο που τους μένει είναι να βρουν έναν τρόπο να καλέσουν κρυφά την αστυνομία. Όμως το άγρυπνο μάτι του συντρόφου μου δεν τους αφήνει να κουνηθούν και τη στιγμή που έχω μαζέψει όσα χρήματα μπορώ και έχω γεμίσει τη μαύρη σακούλα και είμαστε έτοιμοι να φύγουμε τρέχοντας, ακολουθώντας το σχέδιο, που μέχρι στιγμής πήγε ρολόι, κάνω κάτι ριψοκίνδυνο, κάτι που ούτε και εγώ ο ίδιος δεν το περίμενα και που παίζει να τα τινάξει τώρα όλα στον αέρα. Η σακούλα είναι σχεδόν φίσκα, όμως θέλω κι άλλα. Με πιάνει απληστία. Μούρλα. Βλέπω ότι χωράει λίγα ακόμα. Δεν μπορώ να σκεφτώ λογικά. Είναι μια παρόρμηση που λες και έρχεται από τα βάθη του χρόνου και δεν την ελέγχω. Κάτι μου λέει ότι έχουν περισσέψει κι άλλα λεφτά φυλαγμένα πίσω από τους πάγκους. Απειλώ τις ταμίες. Ουρλιάζω να τα δώσουν όλα μέχρι τελευταίας δεκάρας. Τις βρίζω. Εκείνες τρέμουν. Αλλά δεν κουνιούνται από τη θέση τους, έχουν παγώσει. Ο Νικόλας με πλησιάζει και μου ψιθυρίζει να ηρεμήσω. Τραβάει τη μαύρη σκουπιδοσακούλα από τα χέρια μου και πάει να τη δέσει, αλλά δυσκολεύεται, γιατί κρατάει και το καλάσνικοφ συγχρόνως. Για να τον διευκολύνω, του παίρνω το όπλο και τώρα κραδαίνω στο ένα χέρι πιστόλι και στο άλλο πυροβόλο, το οποίο είναι βαρύ και δεν μπορείς να το κουμαντάρεις, αν δεν το πιάσεις γερά. Με την άκρη του ματιού μου εντοπίζω κίνηση στα δεξιά μας. Κάποιος σεκιουριτάς, κρυμμένος πίσω από άλλους, που αγνοώντας την αρχική μας εντολή έχουν πια ανασηκωθεί, κρατάει το κινητό του στο χέρι και προσπαθεί να το χώσει γρήγορα στην τσέπη του, προτού το αντιληφθούμε. Έχει καλέσει σίγουρα τους μπάτσους. Τότε ανασηκώνω το καλάσνικοφ, το στρέφω προς τη μεριά του, αλλά με την κάννη ελαφρώς στραμμένη προς τα πάνω, και ρίχνω μια προειδοποιητική ριπή στον αέρα. Οι σφαί­

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ 12 ρες σφυρίζουν πάνω από κεφάλια ανθρώπων, σεκιουριτάδων, θεατών, περαστικών, περνάνε δίπλα από τα αυτιά τους. Όλοι, όσοι είναι κοντά, πέφτουν κάτω να καλυφτούν, σαν να χορεύουν κάποιον σκωπτικό χορό και κάνουν μια ομαδική αστεία φιγούρα. Ο Νικόλας αρπάζει πάλι το όπλο του και είναι έτοιμος να με χτυπήσει με τον υποκόπανο για την απερισκεψία μου. Οι ταμίες όμως παραδίνουν και τα υπόλοιπα λεφτά. Η σκουπιδοσακούλα έρχεται ξανά στα δικά μου χέρια. Την ανοίγω. Είχα δίκιο. Και βάζω κι άλλους πάκους μέσα. Η Χόρα περνάει στη δεύτερη πάρτα, το τέμπο αυξάνεται κατά 20 περίπου bpm. Λες και είμαστε συντονισμένοι στον ρυθμό της μουσικής, μπαίνουμε και εμείς σε γρήγορη κίνηση, σαν νευρόσπαστα. Η ένταση από τα μεγάφωνα αυξάνεται επίσης. Από μακριά ακούγονται σειρήνες περιπολικών να πλησιάζουν. Τοποθετούμε βιαστικά τα όπλα πίσω στις θήκες και κάνω τη δεύτερη μαλακία της ημέρας. Το σχέδιο λέει, αφού βουτήξουμε τα λεφτά, να πάρουμε αντίθετες κατευθύνσεις. Ο Νικόλας να τρέξει προς το Μετς, εγώ να ορμήσω προς τη Βουλιαγμένης. Αλλά οι σειρήνες ακούγονται από τον δικό μου δρόμο. Κουβαλάω το χρήμα και αυτό με κάνει δυσκίνητο, αργό, σκουντούφλη. Να ακολουθήσω τον Νικόλα δεν μου φαίνεται σωστό. Θα τον καθυστερήσω. Πρέπει να πάρω μια απόφαση τώρα –σε κλάσματα δευτερολέπτου–, όσο όλοι βρίσκονται με τα μούτρα στο έδαφος και δεν μας βλέπουν. Η κοπέλα με την κόκκινη μπλούζα που χόρευε μπροστά μου πριν από λίγο και είναι και εκείνη πεσμένη κάτω ξαφνικά σηκώνεται αψυχολόγητα και τρέχει λες για να σωθεί μέσα στον χώρο της συναυλίας. Είναι σαν σημαδούρα που παίρνει μαζί της το μάτι μου. Ε, τι να κάνω; Τραβάω και εγώ προς τη μόνη ορατή διέξοδο, την είσοδο της συναυλίας. Φυγή προς τα μπρος. Δεν χρειάζεται και να πληρώσω εισιτήριο, αφού η πόρτα είναι αφύλαχτη. Βγάζω την

Χ Ο Ρ Α 13 μπαλακλάβα, αναπνέω ελεύθερα, οι μέσα δεν έχουν πολυκαταλάβει τι έγινε έξω, αναμειγνύομαι με τον κόσμο και προχωράω βαθιά μέσα στο κοινό, χάνομαι. Δεν έχω ιδέα τι να κάνω από εδώ και πέρα. Πώς θα ξεφύγω; Οι μπάτσοι σε λίγο θα έχουν περικυκλώσει τον χώρο. Η παραγεμισμένη σακούλα σκουπιδιών που σέρνω είναι βέβαιο ότι σύντομα θα γεννήσει υποψίες στους γύρω μου. Άραγε ο Νικόλας θα τα καταφέρνει καλύτερα; Τα γάμησα όλα, θεέ μου. Ας ακούσω λίγη μουσική τουλάχιστον να χαλαρώσω.

14 Διευθυντής Α.Τ. Παγκρατίου Σχολιάζοντας λήψεις από κάμερες ασφαλείας 2015, δύο μέρες μετά τη ληστεία «Εδώ βλέπουμε καθαρά τον δικό μας, ντυμένο, όπως βλέπετε, με πολιτικά, να πλησιάζει τον έναν από τους υπόπτους, που διέφυγε προς το Μετς. Τον έχει καταδιώξει στην Αρδηττού δεξιά και μετά προς την Άγρας. Στη συνέχεια στρίβει προς την Ευτυχίδου και φαίνεται πως θα τραβήξει προς το άλσος Παγκρατίου, ίσως για να βρει κάλυψη μέσα στο πάρκο. Τον βλέπουμε από κάμερες της Τροχαίας, γι’ αυτό είναι τόσο καθαρά τα πλάνα. Τελευταία στιγμή μάλλον αλλάζει γνώμη και μπαίνει πάλι σε στενά. Περνά Κρησίλα και Τηδέως –ορίστε, εδώ τον έχει συλλάβει η κάμερα ενός μίνι μάρκετ–, με κατεύθυνση την Υμηττού. Ο ρυθμός της καταδίωξης μειώνεται. Οι δρόμοι είναι όλοι ανηφορικοί και λίγα λεπτά τρέξιμο μπορούν να εξουθενώσουν οποιονδήποτε δεν είναι μαραθωνοδρόμος. Από τη βόρεια πλευρά της Υμηττού προσέρχονται έτερες δικές μας δυνάμεις. Ο ύποπτος, κυνηγημένος σαν ποντίκι από τον δικό μας, θα πέσει πάνω τους τα επόμενα λεπτά. Από καθαρή τύχη όμως τους αποφεύγει. Η κούραση τον κάνει να

Χ Ο Ρ Α 15 πηγαίνει πολύ πιο αργά και τα περιπολικά περνάνε γρήγορα από το υποτιθέμενο σημείο συνάντησης. Εδώ τον βλέπουμε από την κάμερα στην είσοδο ενός ιατρείου. Ξεφεύγει, όχι γιατί πηγαίνει πολύ γρήγορα, αλλά επειδή αγκομαχά και η κακή του φυσική κατάσταση του ανακόπτει την πορεία. Διασχίζει σέρνοντας τα πόδια του τον μεγάλο δρόμο, όπως βλέπουμε παρακάτω, και συνεχίζει προς Βύρωνα. Το τρέξιμο γίνεται ακόμα πιο δύσκολο με αυτό το μαρκούτσι που κουβαλάει, τη θήκη που έχει μέσα το καλάσνικοφ. Την έχει περάσει στους ώμους, σαν σακίδιο πλάτης, αλλά και πάλι τον εμποδίζει στο τρέξιμο. Γι’ αυτό ο δικός μας, αργά αλλά σταθερά, τον πλησιάζει όλο και περισσότερο. Τον ακολουθεί καταπόδι τόση ώρα, δεν του έχει επιτρέψει να ξεμακρύνει. Το κυνηγητό είναι ανελέητο. Και ξεκίνησε ουσιαστικά έξω από τις πύλες της συναυλίας. Παρά τον ζήλο που δείχνει ο δικός μας σε αυτή τη φάση της καταδίωξης, μετά η στάση του αλλάζει άρδην, όπως θα δούμε. Τέλος πάντων. Τον χάνουμε για λίγα δευτερόλεπτα, αλλά τον τσακώνει πάλι η κάμερα ασφαλείας από την είσοδο μιας πολυκατοικίας. Ο ύποπτος προηγείται απλώς μερικά δευτερόλεπτα. Είναι λες και ο δικός μας ξέρει πού να τον ψάξει. Δείτε. Ξέρει πώς να τον βρει. Εντέλει η συνάντηση γίνεται σε ένα στενό, οδός Ρεμούνδου. Είναι αδιέξοδο. Το δρομάκι καταλήγει σε έναν τοίχο ύψους δύο μέτρων. Τα βλέπουμε όλα από την κάμερα ενός ενεχυροδανειστηρίου που υπάρχει εκεί, η οποία λειτουργεί με φωτοκύτταρο και είναι ρυθμισμένη να περιστρέφεται, όταν εντοπίσει κίνηση. Ήμασταν τυχεροί σε αυτό. Εκτός από έναν κισσό, υπάρχουν δύο κάδοι σκουπιδιών εκεί, που μπορούν να εξυπηρετήσουν σαν σκαλοπάτια, πράγμα που ο ύποπτος, όπως υποθέτουμε, το εκμεταλλεύεται. Πριν όμως γίνει αυτό, στέκεται για λίγα δευτερόλεπτα τετ α τετ με τον δικό μας. Ο δικός μας λέει κάτι. Εδώ μεγαλώνουμε λίγο

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ 16 την εικόνα. Από όσο είμαστε σε θέση να διαβάσουμε τα χείλη του, αλλά και κατόπιν δικής του ομολογίας στην προανακριτική διαδικασία λέει κατά λέξη: “Ακίνητος, συλλαμβάνεσαι”. Ο ύποπτος παγώνει. Φαινομενικά δεν υπάρχουν σημάδια αναγνώρισης μεταξύ τους. Άλλωστε οι δυο άντρες δεν ανταλλάσσουν άλλες κουβέντες. Ο δικός μας σηκώνει το υπηρεσιακό του όπλο και σημαδεύει τον ύποπτο, βγάζει με το άλλο χέρι ένα ζευγάρι χειροπέδες. Είναι ξεκάθαρο. Τον έχει στριμώξει και ετοιμάζεται να τον συλλάβει. »Σε προηγούμενο πλάνο έχουμε δει τον ύποπτο να πετάει, επιτέλους, τη θήκη μουσικού οργάνου μέσα στην οποία είναι κρυμμένο, όπως είπαμε, ένα καλάσνικοφ, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να πάρει πάλι το προβάδισμα στον αγώνα δρόμου που εκτυλίσσεται μεταξύ τους. Άρα ο ύποπτος είναι μάλλον άοπλος τώρα και αυτό πιθανότατα το γνωρίζει ο δικός μας, που βρίσκεται ξεκάθαρα σε θέση ισχύος. Αν ο άλλος κάνει ότι κουνιέται, ξέρει ότι πιθανόν θα φάει τουλάχιστον μία σφαίρα στον μηρό ή στο μπράτσο. Η αποφασιστικότητα του δικού μας φαίνεται στον τρόπο που έχει τεταμένο το χέρι του και, αν κάνουμε κι άλλο ζουμ, στο πρόσωπο ή στο βλέμμα του, θα δούμε ότι τα χαρακτηριστικά του είναι σφιγμένα, τραβηγμένα προς τα πίσω. Ο ύποπτος δεν αποτελεί απειλή για τον δικό μας. Θα είναι μια σύλληψη πανεύκολη, αλοιφή. Αυτό δεν περιμένουμε όλοι παρακολουθώντας το βίντεο; Μια ανώδυνη σύλληψη. Και ένα παιδάκι θα μπορούσε να τη φέρει εις πέρας. Ο ύποπτος προσπαθεί μέχρι αυτή την κρίσιμη στιγμή να διαφύγει, αλλά δεν τα καταφέρνει. Τώρα είναι επιτέλους στα χέρια του νόμου. Στα χέρια μας. »Σε αυτό το σημείο όμως γίνεται κάτι. Κάτι που δεν φαίνεται στο βίντεο. Κάτι ανεξήγητο. Ο δικός μας, ο αστυνομικός που καταδιώκει τον ύποπτο, είναι ο Γιώργος Βασιλάνος, μυ­

Χ Ο Ρ Α 17 στικός της Ασφάλειας. Δεν δίνει μέχρι στιγμής πειστικές εξηγήσεις για το τι συνέβη. Πρέπει να μελετήσουμε κι άλλο το υλικό. »Για τη ληστεία είχαμε προειδοποιηθεί και, καταπώς φαίνεται, δεν δώσαμε τη δέουσα σημασία. Φυσικά αναζητούμε τώρα ποιος ήταν ο άνθρωπος που μας έδωσε την πληροφορία. Δεν θα είναι εύκολο να τον βρούμε. Είναι σαν να ψάχνουμε ψύλλο στα άχυρα. »Και κάτι ακόμα. Σκέφτεστε αυτό που σκέφτομαι; Δεν γίνεται μια τέτοιας κλίμακας ληστεία να έχει οργανωθεί και να έχει εκτελεστεί από δύο μόνο άτομα. Οι ύποπτοι φαίνονται δύο στις κάμερες του Καλλιμάρμαρου. Ορίστε, να τοι. Επεξεργαζόμαστε τα στοιχεία. Πριν φορέσουν τις μπαλακλάβες, δεν τους έχουμε σε κανένα καλό πλάνο. Σε μια από τις πιο κοντινές κάμερες έχει θρονιαστεί πιθανότατα ένα περιστέρι και έχει αφήσει μια σταχτογκρίζα κουτσουλιά στον φακό της, λες και έχεσε γουρούνι είναι, πράγμα που περιορίζει δραματικά το οπτικό μας πεδίο. Όλα τα υπόλοιπα πλάνα είναι μακρινά και κάπως θολά, και δεν διακρίνονται πρόσωπα. Μόνο οι φιγούρες τους. Αλλά πίσω τους θα πρέπει να υπάρχει ένα ολόκληρο επιτελείο. Είμαι σίγουρος ότι πρόκειται για συμμορία, που κατέστρωνε μήνες το σχέδιό της, ίσως και για χρόνια. Θα πρέπει να εξακριβώσουμε γρήγορα αν και κατά πόσο ο δικός μας, ο Βασιλάνος, εμπλέκεται. Σε αυτή την περίπτωση κρατάμε την άκρη του νήματος, έχουμε στα χέρια μας ήδη έναν. Άρα μας βολεύει να ισχύει κάτι τέτοιο. Και στην καταπολέμηση του εγκλήματος συχνά είναι προτιμότερο να γίνεται αυτό που βολεύει την αστυνομία, και ας πρόκειται για ψέμα (αυτό off the record), και όχι ό,τι συγγενεύει περισσότερο με την πραγματικότητα. Όπως και να ’χει, μας λείπουν οι δύο βασικοί ύποπτοι. Δεν θα εκπλαγώ, αν τους δούμε να χτυπάνε πάλι, σύντομα, σε

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ 18 ανύποπτο χρόνο. Καλό είναι να τους σταματήσουμε τώρα. Θέλω τα κεφάλια τους στο πιάτο μέσα στα επόμενα εικοσιτετράωρα. Έχουμε το υλικό από τις κάμερες δρόμου και τον Βασιλάνο, που πρέπει να τον λυγίσουμε στην ανάκριση, όσο σκληρό καρύδι κι αν το παίζει. Τους ζυγούς λύσατε».

19 Αχιλλέας, πατέρας Λάμπρου 2016, έναν χρόνο μετά τη ληστεία Διπλός ελληνικός με ολίγη αποτυχία. Οι κόκκοι του καφέ κρατσανίζουν στο στόμα σαν άμμος. Κάθονται στον ουρανίσκο και τον γδέρνουν. Ξεροβήχω κάθε λίγο, για να καθαρίσω τον λαιμό μου. Πίνω μια γουλιά νερό. Έχω αδειάσει έτσι δύο ποτήρια. Γνέφω στον Απόστολο, που είναι στην κουζίνα και τηγανίζει κεφτεδάκια, να μου φέρει ένα ακόμα. Το κάνει δυσανασχετώντας. Οι παλιοί θαμώνες δεν τυγχάνουμε καλύτερης μεταχείρισης στον καφενείο Το Χρυσό. Κάθομαι μόνος στην άκρη του μαγαζιού. Με το φρύδι υψωμένο. Τα γυαλιά χαμηλά, γλιστράνε στη μύτη. Κάνω ότι διαβάζω εφημερίδα. Πέφτω πάλι πάνω σε άρθρα που αφορούν τον γιο μου. Ο «Λάμπρος Στεργίου» και ο «Λάμπρος Στεργίου». Έχει κοπάσει τώρα ο θόρυβος. Αλλά ακόμη ασχολούνται. Κλείνω την εφημερίδα με ορμή και την αφήνω. Είμαστε λίγοι μαζεμένοι αυτή την ώρα. Οι γνωστοί. Οι ίδιοι και οι ίδιοι. Δεν έχω όρεξη να μιλήσω σε κανέναν. Και τι να πούμε; Τα ’χουμε πει όλα. Το νερό μού φέρνει κατούρημα. Κρατιέμαι λίγη ώρα. Έτσι πάω κόντρα στον προστάτη; Όχι για κάποιον ιδιαίτερο λόγο. Από βαρεμάρα. Η ουροδόχος κύστη μου θέλει να αδειάσει. Τα

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ 20 πόδια μου όμως είναι απρόθυμα να κουνηθούν. Είναι βαριά. Κουρασμένα. Από τα πολλά χιλιόμετρα ζωής. Στο τέλος το παίρνω απόφαση. Σηκώνομαι βαρύς και πάω τουαλέτα. Μια τουαλέτα με σπασμένα πλακάκια, ξεφλουδισμένους τοίχους, πουρί στη λεκάνη, ξεραμένα απόσκατα πάνω στην πορσελάνη του καμπινέ. Καθώς κατουράω σημαδεύω τον καφεμαύρο λεκέ και προσπαθώ να τον καθαρίσω. Είναι παλιός όμως και δεν σβήνει. Επιστρέφοντας αντικρίζω δύο γνώριμους που έχουν στρωθεί στο μπροστινό τραπεζάκι από το δικό μου, με την πλάτη στραμμένη προς τα μένα. Ο Μιχάλης και ο Σάκης. Πιο πριν δεν ήταν εκεί. Τώρα ήρθαν, όσο έλειπα. Έχουν πάρει και την εφημερίδα που είχα παρατήσει στο τραπέζι μου. Ο Σάκης τη διαβάζει και κουνάει το κεφάλι. Κάνω να πλησιάσω, να πω ένα γεια. Ακούω τον Μιχάλη να λέει: «Εγώ πάντως, αν ήμουν πατέρας του Λάμπρου του Στεργίου, θα αυτοκτονούσα. Θα έκοβα τον λαιμό μου». «Ο δάσκαλος;» λέει ο Σάκης. «Ναι, ο δάσκαλος». Μένω ακίνητος, στήλη άλατος, πίσω τους. Πατέρας του Λάμπρου Στεργίου. Εγώ δηλαδή. Για μένα μιλάνε αυτοί. Ο δάσκαλος. Έτσι με φωνάζουν όλοι κι ας είμαι συνταξιούχος. Τίτλος τιμής για μένα. Αλλά τώρα ακούγεται σαν βρισιά. Μένω ασάλευτος πίσω τους κρατώντας την ανάσα μου. Δηλαδή, κατά τη γνώμη τους, εγώ θα έπρεπε να αυτοκτονήσω για το γεγονός ότι είμαι πατέρας του Λάμπρου, λες και από μόνο του αυτό είναι κάτι που μπορεί και πρέπει να ωθήσει κάποιον στον αφανισμό. Σφίγγεται η καρδιά μου. Δεν ξέρουν ότι βρίσκομαι πίσω τους. Δεν θα μιλούσαν έτσι ενώπιόν μου. Όμως καμιά φορά ακούς τις αλήθειες από εκεί που δεν το περιμένεις. Όχι ότι δεν φαντάζομαι δηλαδή ποια είναι η γνώμη του κόσμου ύστερα από όσα έγιναν. Και λίγα ακούσαμε. Αλλά πώς να το κάνουμε; ISBN: 978-618-03-5137-8 ΒΟΗΘ. ΚΩΔ. MHX/ΣΗΣ 85137 Αθήνα, 2015. Μέσα στην ασφυχτική πραγματικότητα της οικονομικής κρίσης, δύο άνεργοι μουσικοί αποφασίζουν να χτυπήσουν τα ταμεία της συναυλίας που δίνει ένας φημισμένος λαϊκοέντεχνος τραγουδιστής. Το πρόβλημα είναι ότι την τελευταία φορά που έκλεψαν κάτι –πριν είκοσι χρόνια– το πράγμα πήγε στραβά. Τώρα όμως είναι έτοιμοι για όλα. Αδειάζουν τις θήκες των μουσικών οργάνων τους και βάζουν μέσα όπλα αν και δεν ξέρουν καν πώς να τα κρατάνε. Πάντως είναι αισιόδοξοι… Η Χόρα είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που ισορροπεί ανάμεσα στο βαλκανικό νουάρ και τη σουρεαλιστική κωμωδία. Η δομή του παραπέμπει στον ομώνυμο δεξιοτεχνικό σκοπό από τη Ρουμανία, ο οποίος σε κάθε του επανάληψη παίζεται όλο και πιο γρήγορα.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=