ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ 12 ρες σφυρίζουν πάνω από κεφάλια ανθρώπων, σεκιουριτάδων, θεατών, περαστικών, περνάνε δίπλα από τα αυτιά τους. Όλοι, όσοι είναι κοντά, πέφτουν κάτω να καλυφτούν, σαν να χορεύουν κάποιον σκωπτικό χορό και κάνουν μια ομαδική αστεία φιγούρα. Ο Νικόλας αρπάζει πάλι το όπλο του και είναι έτοιμος να με χτυπήσει με τον υποκόπανο για την απερισκεψία μου. Οι ταμίες όμως παραδίνουν και τα υπόλοιπα λεφτά. Η σκουπιδοσακούλα έρχεται ξανά στα δικά μου χέρια. Την ανοίγω. Είχα δίκιο. Και βάζω κι άλλους πάκους μέσα. Η Χόρα περνάει στη δεύτερη πάρτα, το τέμπο αυξάνεται κατά 20 περίπου bpm. Λες και είμαστε συντονισμένοι στον ρυθμό της μουσικής, μπαίνουμε και εμείς σε γρήγορη κίνηση, σαν νευρόσπαστα. Η ένταση από τα μεγάφωνα αυξάνεται επίσης. Από μακριά ακούγονται σειρήνες περιπολικών να πλησιάζουν. Τοποθετούμε βιαστικά τα όπλα πίσω στις θήκες και κάνω τη δεύτερη μαλακία της ημέρας. Το σχέδιο λέει, αφού βουτήξουμε τα λεφτά, να πάρουμε αντίθετες κατευθύνσεις. Ο Νικόλας να τρέξει προς το Μετς, εγώ να ορμήσω προς τη Βουλιαγμένης. Αλλά οι σειρήνες ακούγονται από τον δικό μου δρόμο. Κουβαλάω το χρήμα και αυτό με κάνει δυσκίνητο, αργό, σκουντούφλη. Να ακολουθήσω τον Νικόλα δεν μου φαίνεται σωστό. Θα τον καθυστερήσω. Πρέπει να πάρω μια απόφαση τώρα –σε κλάσματα δευτερολέπτου–, όσο όλοι βρίσκονται με τα μούτρα στο έδαφος και δεν μας βλέπουν. Η κοπέλα με την κόκκινη μπλούζα που χόρευε μπροστά μου πριν από λίγο και είναι και εκείνη πεσμένη κάτω ξαφνικά σηκώνεται αψυχολόγητα και τρέχει λες για να σωθεί μέσα στον χώρο της συναυλίας. Είναι σαν σημαδούρα που παίρνει μαζί της το μάτι μου. Ε, τι να κάνω; Τραβάω και εγώ προς τη μόνη ορατή διέξοδο, την είσοδο της συναυλίας. Φυγή προς τα μπρος. Δεν χρειάζεται και να πληρώσω εισιτήριο, αφού η πόρτα είναι αφύλαχτη. Βγάζω την
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=