Χ Ο Ρ Α 11 δεν συνιστούν απειλή, στέκουν στην άκρη, σε απόσταση ασφαλείας, και το μόνο που τους μένει είναι να βρουν έναν τρόπο να καλέσουν κρυφά την αστυνομία. Όμως το άγρυπνο μάτι του συντρόφου μου δεν τους αφήνει να κουνηθούν και τη στιγμή που έχω μαζέψει όσα χρήματα μπορώ και έχω γεμίσει τη μαύρη σακούλα και είμαστε έτοιμοι να φύγουμε τρέχοντας, ακολουθώντας το σχέδιο, που μέχρι στιγμής πήγε ρολόι, κάνω κάτι ριψοκίνδυνο, κάτι που ούτε και εγώ ο ίδιος δεν το περίμενα και που παίζει να τα τινάξει τώρα όλα στον αέρα. Η σακούλα είναι σχεδόν φίσκα, όμως θέλω κι άλλα. Με πιάνει απληστία. Μούρλα. Βλέπω ότι χωράει λίγα ακόμα. Δεν μπορώ να σκεφτώ λογικά. Είναι μια παρόρμηση που λες και έρχεται από τα βάθη του χρόνου και δεν την ελέγχω. Κάτι μου λέει ότι έχουν περισσέψει κι άλλα λεφτά φυλαγμένα πίσω από τους πάγκους. Απειλώ τις ταμίες. Ουρλιάζω να τα δώσουν όλα μέχρι τελευταίας δεκάρας. Τις βρίζω. Εκείνες τρέμουν. Αλλά δεν κουνιούνται από τη θέση τους, έχουν παγώσει. Ο Νικόλας με πλησιάζει και μου ψιθυρίζει να ηρεμήσω. Τραβάει τη μαύρη σκουπιδοσακούλα από τα χέρια μου και πάει να τη δέσει, αλλά δυσκολεύεται, γιατί κρατάει και το καλάσνικοφ συγχρόνως. Για να τον διευκολύνω, του παίρνω το όπλο και τώρα κραδαίνω στο ένα χέρι πιστόλι και στο άλλο πυροβόλο, το οποίο είναι βαρύ και δεν μπορείς να το κουμαντάρεις, αν δεν το πιάσεις γερά. Με την άκρη του ματιού μου εντοπίζω κίνηση στα δεξιά μας. Κάποιος σεκιουριτάς, κρυμμένος πίσω από άλλους, που αγνοώντας την αρχική μας εντολή έχουν πια ανασηκωθεί, κρατάει το κινητό του στο χέρι και προσπαθεί να το χώσει γρήγορα στην τσέπη του, προτού το αντιληφθούμε. Έχει καλέσει σίγουρα τους μπάτσους. Τότε ανασηκώνω το καλάσνικοφ, το στρέφω προς τη μεριά του, αλλά με την κάννη ελαφρώς στραμμένη προς τα πάνω, και ρίχνω μια προειδοποιητική ριπή στον αέρα. Οι σφαί
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=