αλέξης πανσέληνος ξεxασμένες λέξεις
ΞΕΧΑΣΜΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ
ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ Ιστορίες με σκύλους (διηγήματα) – Κέδρος 1982 & Μεταίχμιο 2024 Η μεγάλη πομπή (μυθιστόρημα) – Κέδρος 1985 & Μεταίχμιο 2013 Βραδιές μπαλέτου (μυθιστόρημα) – Κέδρος 1991 & Μεταίχμιο 2016 Δοκιμαστικές πτήσεις (άρθρα & δοκίμια) – Κέδρος 1993 Ζαΐδα ή Η καμήλα στα χιόνια (μυθιστόρημα) – Καστανιώτης 1996 & Μεταίχμιο 2011 Ο Κουτσός Άγγελος (μυθιστόρημα) – Κέδρος 2002 & Μεταίχμιο 2021 Τέσσερις ελληνικοί φόνοι (διηγήματα) – Πόλις 2004 Μία λέξη, χίλιες εικόνες (δοκίμιο) – Πατάκης 2004 Σκοτεινές επιγραφές (μυθιστόρημα) – Μεταίχμιο 2011 Η κρυφή πόρτα (μυθιστόρημα) – Μεταίχμιο 2016 Σεμινάρια δημιουργικής γραφής – Κίχλη 2017 Ελαφρά ελληνικά τραγούδια (μυθιστόρημα) – Μεταίχμιο 2018 Λάδι σε καμβά (μυθιστόρημα) – Μεταίχμιο 2022
Αλέξης Πανσέληνος ΞΕΧΑΣΜΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ
Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Nόμου (N. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε μέσο ή τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκμίσθωση ή δανεισμός, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή (ηλεκτρονική, μηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου. Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα, τηλ.: 211 3003500 metaixmio.gr [email protected] Κεντρική διάθεση: Ασκληπιού 18, 106 80 Αθήνα, τηλ.: 210 3647433 Βιβλιοπωλεία ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ • Ασκληπιού 18, 106 80 Αθήνα τηλ.: 211 3647433 • Πολυχώρος, Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003580, fax: 211 3003581 © 2025, Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ και Αλέξης Πανσέληνος ISBN 978-618-03-4297-0 ΒOΗΘ. ΚΩΔ. ΜΗΧ/ΣΗΣ 84297 Κ.Ε.Π. 6382, Κ.Π. 21526 Ελληνική πεζογραφία Υπεύθυνη σειράς Ελένη Μπούρα Πρώτη έκδοση Απρίλιος 2025
Στον Κωστή
9 1 Geladen! Μόναχο, 20.11.2014 Oταν έφτασα με το τρένο στις 20 Οκτωβρίου του ’66, τα σκαλοπάτια του βαγονιού ήταν σαν να με αποβίβασαν σε μέρος παραμυθένιο. O κόσμος στις πλατφόρμες, οι ανακοινώσεις από τα μεγάφωνα, τα μεγάλα ηλεκτρικά ρολόγια και το αέναο ανθρώπινο ρεύμα άλλων προς τους συρμούς, άλλων προς τις εξόδους ήταν σαν ταινία σε αργή κίνηση. Βρίσκομαι σε έναν τόπο που μυρίζει διαφορετικά και ηχεί διαφορετικά από αυτόν που ξέρω, σκεφτόμουν και με πλημμύριζε η χαρά του παιδιού που μπήκε σε ένα πολύχρωμο, αεικίνητο λούνα παρκ. Πέρασαν αρκετές ώρες, ίσως μέρες, για να καταλάβω πως η ζωή που είχα διαλέξει δεν θα ήταν λιγότερο σκληρή από την πρόσφατη θητεία μου, γιατί η πειθαρχία είναι για τους Γερμανούς τρόπος ζωής και όχι μόνον οι εργάσιμες ώρες, που όταν περάσουν γινόμαστε όλοι αδέρφια, αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και φαντάρια, μόλις κλείσουν τα
10 ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ γραφεία στο διοικητήριο και λήξουν οι ώρες των γυμνασίων. Εδώ κανείς δεν θα σε έλεγε μαλάκα ή αρχίδι, κανείς δεν θα σε πλάκωνε στα χαστούκια ή θα σε τιμωρούσε με «φυλάκιση». Αλλά η παγερή αποδοκιμασία, η αυστηρότητα στις εξετάσεις, η απόλυτη πειθαρχία και η σχολαστική τήρηση της ώρας του ύπνου, της έγερσης, του φαγητού και των μαθημάτων είχαν τον χαρακτήρα της στρατιωτικής ζωής – μόνο που, αντί να πλένεις λιπαρά καζάνια ή να καθαρίζεις τριάντα κιλά πατάτες γεμάτες χώματα, αντί να σε βάζουν αγγαρεία να χτίζεις στις νέες τουαλέτες της μονάδας ή να ασκείσαι στη βολή «κατά βολήν» ή «κατά ριπάς» με το αυτόματο, με την ίδια αυστηρότητα μάθαινες πώς στρώνονται τα κρεβάτια, πώς ετοιμάζεται ένα τραπέζι ή πώς γίνεται το χοιρινό ή η sauce tartar. Το παραμύθι που ξεκίνησε με τη διαδρομή Μόναχο – Τέγκερνζε μέσα από δάση, από καταπράσινα λιβάδια με μεγαλόσωμες αγελάδες (Geladen! έλεγα μέσα μου σε αυτοσχέδια Γερμανικά, γιατί ξεχνούσα τη λέξη), αγροτικά σπιτάκια με αχυρώνες και γεράνια στα παράθυρά τους και τις Άλπεις να πλησιάζουν όλο και περισσότερο στον ορίζοντα, κορυφώθηκε στην αίθουσα υποδοχής. Χρειάστηκαν δυο ακόμα εικοσιτετράωρα οι διατυπώσεις και η γνωριμία με συμμαθητές και συμμαθήτριες από όλα τα μέρη του κόσμου και η τακτοποίηση όσων από εμάς έρχονταν από ξένες χώρες ή μακρινές πόλεις της Γερμανίας στους θαλάμους του οικοτροφείου.
ΞΕΧΑΣΜΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ 11 Είχα φύγει από την Ελλάδα για να μη γυρίσω, να εργαστώ και να ζήσω έξω, παρά την υπόσχεση που είχα δώσει στους γονείς μου. Η Γερμανία ήταν επιλογή μου επειδή η γλώσσα μού άρεσε και τότε ακόμα λίγα παιδιά τη μάθαιναν – καμάρωνα που ξεχώριζα απ’ όσους μόνο Αγγλικά ήξεραν και όσοι πηγαίναμε στο Γκέτε τότε νιώθαμε να μας συνδέει κάτι πολύ ιδιαίτερο. Κυρίως όμως επειδή ο μεγάλος αδερφός ενός συμμαθητή στο γυμνάσιο είχε σπουδάσει εδώ και αμέσως βρήκε ακριβοπληρωμένη δουλειά στο Μόναχο και δυο χρόνια αργότερα σε ένα μεγάλο ξενοδοχείο στην Ίμπιζα. Έστελνε με τα γράμματά του έγχρωμες πολαρόιντ, όπου μοστράριζε με το μαγιό σε παραλίες δίπλα σε κορίτσια με μπικίνι και χαμόγελα γεμάτα υποσχέσεις. Δεν χρειαζόμουν περισσότερα για να πάρω τη μεγάλη απόφαση. Ο πατέρας μου –ο Θεός να αναπαύει την τυραννισμένη του ψυχή– δεν ήξερε πως ετοιμαζόμουν να πάω να σπουδάσω ξενοδοχοϋπάλληλος. Και δεν του άρεσε διόλου που μάθαινα Γερμανικά· είχε αντιδράσει όταν του το ζήτησα, μισούσε τους Γερμανούς και καθετί γερμανικό, και τους καλλιτέχνες και τους φιλοσόφους τους (ο Μαρξ, βέβαια, ήταν εξαίρεση). Δικηγόρος ήθελε να γίνω, αυτό που δεν έγινε εκείνος όταν παράτησε στο τρίτο έτος τη Νομική στη Θεσσαλονίκη, ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε τη μάνα μου και την πήρε μαζί του στην Αθήνα, όπου έπιασε δουλειά βοηθός σε συμβολαιογράφο.
12 ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ Εγώ είχα καλούς βαθμούς στο γυμνάσιο, το σπίτι μας όταν τελείωνα το σχολείο ήταν στην Αγίου Ισιδώρου, πολύ κοντά στη Νομική, και όλα έδειχναν πως αυτός ήταν ο δρόμος που έπρεπε να ακολουθήσω. Εγώ όμως είχα πάρει τις δικές μου αποφάσεις και πίσω δεν θα έκανα. Αντί να δώσω εισαγωγικές, πήγα στον Σταθμό Λαρίσης και κατατάχτηκα για να τελειώνω με τη θητεία, ώστε να μπορώ να φύγω. Στο σπίτι ξέσπασε δράμα, ο πατέρας μου κόντεψε να πάθει συμφόρηση. «Πας φαντάρος αντί να πάρεις αναβολή σπουδών και να υπηρετήσεις αξιωματικός!» φώναζε, αν και ήξερε ότι κάτι τέτοιο αποκλειόταν εξαιτίας των φρονημάτων μας. Τα σχέδιά μου για τα ξενοδοχειακά δεν τα ήξεραν στο σπίτι, δεν τα είχα ανακοινώσει. Όταν μετά από δύο χρόνια και είκοσι μέρες φυλακή ρεγάλο απολύθηκα και γύρισα, ο πατέρας δεν μου μιλούσε. Πήρα τα στοιχεία που χρειαζόμουν από τον παλιό συμμαθητή μου και έγραψα στη σχολή του Τέγκερνζε, εκεί που είχε φοιτήσει ο μεγάλος του αδερφός, και σύντομα ήρθε η απάντηση, τέτοια που με έκανε να καταλάβω πως είχε δίκιο ο γέρος μου: τα δίδακτρα της χρονιάς μαζί με τη διαμονή στο οικοτροφείο ήταν πάνω από εβδομήντα χιλιάδες, ποσό εξωπραγματικό για τα οικονομικά μας. Αυτό δεν είχα φροντίσει να το πληροφορηθώ από το ίνδαλμά μου. Στο σπίτι περνούσαμε με τον μισθό του πατέρα μου από τον συμβολαιογράφο. Ήμασταν από τις τυπικές εκείνες οικογένειες που τρώγανε κρέας μία φορά στις δεκα
ΞΕΧΑΣΜΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ 13 πέντε, ψάρι σχεδόν ποτέ και η βασική διατροφή μας ήταν όσπρια, λαδερά και αυγά μαγειρεμένα με δέκα διαφορετικούς τρόπους. Ο πατέρας μου, μοναχογιός από αστική οικογένεια της Μυτιλήνης, έχασε τους γονείς του νωρίς. Η γιαγιά είχε πεθάνει από μια μυστηριώδη ασθένεια που την έλιωνε χρόνια, ο παππούς έχοντας βγει μόνος για μια ορειβατική εκδρομή λίγο μετά τον θάνατό της βρέθηκε τσακισμένος σε έναν γκρεμό. Κυκλοφορούσε η φήμη πως αυτοκτόνησε. Την επιχείρησή του (υφασματεμπόριο) την ανέλαβε ο αδερφός της γιαγιάς, ο θείος Γιώργος – έτσι είχαμε μάθει να τον λέμε, σαν να ήταν θείος όλων μας. Λαδέμπορος ο ίδιος, άφησε το κουμάντο στον βοηθό του παππού και αυτός πολύ γρήγορα έριξε την επιχείρηση έξω. Δράμα μεγάλο ξέσπασε στο σπίτι όταν τους είπα για τα σχέδιά μου και για τα δίδακτρα που έπρεπε να πληρώνονται. Ο πατέρας φώναζε πως είμαι ανόητος, πως τέτοιο ποσό αδύνατο να βρεθεί ακόμα και αν πουλιόνταν σκλάβοι. Απείλησα να φύγω ανειδίκευτος εργάτης. Την εποχή εκείνη πολλοί μετανάστευαν για δουλειά στα ορυχεία του Ρουρ, στις αγροτικές επιχειρήσεις ή στην οικοδομή. Και ναι, ήμουν αποφασισμένος να το κάνω. Ήμουν ατρόμητος, είχα το θάρρος της άγνοιας, είχα και μεγάλο πείσμα – κεφάλι αγύριστο. Έπειτα από εβδομάδες και ατελείωτους καβγάδες εντελώς απρόσμενα η μητέρα μου πήρε το μέρος μου. Άκουγα
14 ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ συχνά χαμηλόφωνες συνομιλίες πίσω από τις κλειστές πόρτες του σαλονιού ή της κάμαράς τους. Πολεμούσε να τον πείσει – είχα αποκτήσει σύμμαχο! «Γρηγόρη, καιρός να γίνει κάτι καλό μ’ αυτά!» την άκουσα μια φορά να λέει· και για πρώτη φορά ακολούθησε σιωπή από τον πατέρα μου, που συνήθως αντίλεγε, και μάλιστα σε ύφος έντονο. Υπήρχαν, λοιπόν, χρήματα; Αρκετές μέρες αργότερα ένα απόγευμα με φώναξαν να μου μιλήσουν. Εκείνος με μάτια κατεβασμένα, φωνή σβησμένη, σαν να φοβόταν μην ακουστούν τα λόγια του παραέξω, είπε πως θα με έστελναν στη σχολή, αλλά έπρεπε να υποσχεθώ πως θα γυρίσω να πιάσω δουλειά στην Ελλάδα, όχι να μείνω στο εξωτερικό. Η έκπληξη και η χαρά μου ήταν τόσο μεγάλες, που αμέσως το υποσχέθηκα. Δεν σκέφτηκα τότε να ρωτήσω πώς βρέθηκαν τα χρήματα και γιατί αποφάσισαν να υποχωρήσουν. Δεν ρώτησα και δεν έμαθα. Να πω την αλήθεια, δεν μ’ ενδιέφερε. Το μυστήριο παραμένει μισοφωτισμένο ακόμα και σήμερα· και μόνο υποθέσεις μπορώ να κάνω, πώς βρέθηκαν σχεδόν εκατόν ογδόντα χιλιάδες δραχμές που πρέπει να κόστισαν συνολικά οι σπουδές και η διαμονή στο Τέγκερνζε. Μία από τις πιθανότητες είναι πως ίσως να πουλήθηκαν κάποια υπόλοιπα της περιουσίας των παππούδων στη Μυτιλήνη, που ως τότε φυλάγονταν σαν έσχατη ασφάλεια, ή τίποτα αδήλωτες λίρες κρυμμένες για δύσκολους καιρούς, αν και όλοι οι καιροί που θυμάμαι από παιδί μέχρι που έφυγα δύσκολοι
ΞΕΧΑΣΜΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ 15 ήταν, και πολύ μάλιστα. Υπάρχουν εξηγήσεις που μικροί δεν σκεφτόμαστε να ζητήσουμε από τους γονείς μας, γιατί πάνω από όλα τα άλλα το τώρα μας ενδιαφέρει – και το αύριο. Η μιζέρια, η εξαθλίωση που άφηνα πίσω, η απάνθρωπη ζωή στον στρατό που διαλύει την αξιοπρέπεια και σε προετοιμάζει για επιβίωση ανάμεσα σε αρπακτικά ίδια με σένα έκαναν τότε, στον Κεντρικό Σταθμό του Μονάχου, το ατελείωτο εκείνο ταξίδι μέσω Γιουγκοσλαβίας και Αυστρίας να μοιάζει με την άνοδο της Κλίμακας του Ιακώβ – από την κόλαση στον παράδεισο. Ακόμα και η μυρωδιά του γράσου που ερχόταν από τις ράγες των συρμών στις παράλληλες πλατφόρμες τους μου φαινόταν άρωμα εξωτικό και μυστηριώδες. Αυτή η γλώσσα που τώρα άκουγα παντού γύρω μου σχεδόν χωρίς να την αναγνωρίζω, τα παράξενα διπλά σύμφωνα στις επιγραφές και το εξωτικό Szett1 σε πολλές από αυτές μού προκαλούσαν τον γλυκό ίλιγγο που αισθάνεσαι όταν καταβυθίζεσαι με τον μεγάλο τροχό του λούνα παρκ. Από την άλλη, οι κατατοπιστικές πληροφορίες που πήρα από το γκισέ με την επιγραφή «Ινφορματσιόν» μου επέτρεψαν να γλιστρήσω ευχάριστα στη θαυμαστή τσουλήθρα της υποδοχής μου από τη Βαυαρία. Σήμερα είναι τα γενέθλια της Ζίγκι, που κλείνει τα σαράντα επτά και μπαίνει στα σαράντα οκτώ, και μαζί θα γιορτάσουμε και τα δικά μου σαράντα οκτώ στη Γερμανία.
Ο Νάσος Λύρας, ελληνικής καταγωγής και συνταξιούχος Gastarbeiter «πολυτελείας» στο Μόναχο, ξετυλίγει ένα κουβάρι σκέψεων και αναμνήσεων από την Ελλάδα και από τη Γερμανία που τον οδηγούν να θυμηθεί αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «ξεχασμένες λέξεις». Αυτές έρχονται από το βάθος του χρόνου, πάντα στη μητρική του γλώσσα, αυτήν που ο ίδιος έχει πάψει να χρησιμοποιεί για να μην του θυμίζουν έναν παλιό καλά κρυμμένο εαυτό. Πού θα βγάλει αυτή η άκρη του κουβαριού και πώς θα καταλήξει η ιστορία αυτή να είναι κάτι παραπάνω από ένα κρυφό ημερολόγιο; ISBN:978-618-03-4297-0 ΒΟΗΘ. ΚΩΔ. MHX/ΣΗΣ 84297 Μια ιστορία κατεδάφισης ενός εκπατρισμένου Έλληνα στη σύγχρονη Γερμανία.
www.metaixmio.grRkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=