ΞΕΧΑΣΜΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ 13 πέντε, ψάρι σχεδόν ποτέ και η βασική διατροφή μας ήταν όσπρια, λαδερά και αυγά μαγειρεμένα με δέκα διαφορετικούς τρόπους. Ο πατέρας μου, μοναχογιός από αστική οικογένεια της Μυτιλήνης, έχασε τους γονείς του νωρίς. Η γιαγιά είχε πεθάνει από μια μυστηριώδη ασθένεια που την έλιωνε χρόνια, ο παππούς έχοντας βγει μόνος για μια ορειβατική εκδρομή λίγο μετά τον θάνατό της βρέθηκε τσακισμένος σε έναν γκρεμό. Κυκλοφορούσε η φήμη πως αυτοκτόνησε. Την επιχείρησή του (υφασματεμπόριο) την ανέλαβε ο αδερφός της γιαγιάς, ο θείος Γιώργος – έτσι είχαμε μάθει να τον λέμε, σαν να ήταν θείος όλων μας. Λαδέμπορος ο ίδιος, άφησε το κουμάντο στον βοηθό του παππού και αυτός πολύ γρήγορα έριξε την επιχείρηση έξω. Δράμα μεγάλο ξέσπασε στο σπίτι όταν τους είπα για τα σχέδιά μου και για τα δίδακτρα που έπρεπε να πληρώνονται. Ο πατέρας φώναζε πως είμαι ανόητος, πως τέτοιο ποσό αδύνατο να βρεθεί ακόμα και αν πουλιόνταν σκλάβοι. Απείλησα να φύγω ανειδίκευτος εργάτης. Την εποχή εκείνη πολλοί μετανάστευαν για δουλειά στα ορυχεία του Ρουρ, στις αγροτικές επιχειρήσεις ή στην οικοδομή. Και ναι, ήμουν αποφασισμένος να το κάνω. Ήμουν ατρόμητος, είχα το θάρρος της άγνοιας, είχα και μεγάλο πείσμα – κεφάλι αγύριστο. Έπειτα από εβδομάδες και ατελείωτους καβγάδες εντελώς απρόσμενα η μητέρα μου πήρε το μέρος μου. Άκουγα
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=