ΞΕΧΑΣΜΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ 11 Είχα φύγει από την Ελλάδα για να μη γυρίσω, να εργαστώ και να ζήσω έξω, παρά την υπόσχεση που είχα δώσει στους γονείς μου. Η Γερμανία ήταν επιλογή μου επειδή η γλώσσα μού άρεσε και τότε ακόμα λίγα παιδιά τη μάθαιναν – καμάρωνα που ξεχώριζα απ’ όσους μόνο Αγγλικά ήξεραν και όσοι πηγαίναμε στο Γκέτε τότε νιώθαμε να μας συνδέει κάτι πολύ ιδιαίτερο. Κυρίως όμως επειδή ο μεγάλος αδερφός ενός συμμαθητή στο γυμνάσιο είχε σπουδάσει εδώ και αμέσως βρήκε ακριβοπληρωμένη δουλειά στο Μόναχο και δυο χρόνια αργότερα σε ένα μεγάλο ξενοδοχείο στην Ίμπιζα. Έστελνε με τα γράμματά του έγχρωμες πολαρόιντ, όπου μοστράριζε με το μαγιό σε παραλίες δίπλα σε κορίτσια με μπικίνι και χαμόγελα γεμάτα υποσχέσεις. Δεν χρειαζόμουν περισσότερα για να πάρω τη μεγάλη απόφαση. Ο πατέρας μου –ο Θεός να αναπαύει την τυραννισμένη του ψυχή– δεν ήξερε πως ετοιμαζόμουν να πάω να σπουδάσω ξενοδοχοϋπάλληλος. Και δεν του άρεσε διόλου που μάθαινα Γερμανικά· είχε αντιδράσει όταν του το ζήτησα, μισούσε τους Γερμανούς και καθετί γερμανικό, και τους καλλιτέχνες και τους φιλοσόφους τους (ο Μαρξ, βέβαια, ήταν εξαίρεση). Δικηγόρος ήθελε να γίνω, αυτό που δεν έγινε εκείνος όταν παράτησε στο τρίτο έτος τη Νομική στη Θεσσαλονίκη, ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε τη μάνα μου και την πήρε μαζί του στην Αθήνα, όπου έπιασε δουλειά βοηθός σε συμβολαιογράφο.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=