Ο προδότης

Arne Dahl Jonas Moström ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ

O προδότης

Πρώτη έκδοση Οκτώβριος 2026 Τίτλος πρωτοτύπου Arne Dahl, Jonas Moström, Svikaren, Bookmark Förlag 2026 Επιμέλεια – Διόρθωση τυπογραφικών δοκιμίων Βασίλης Τζούβαλης Σελιδοποίηση Ουρανία Λυμπεροπούλου Σχεδιασμός εξωφύλλου Ρεντουάν Αμζλάν © 2026, Jan Arnald & Jonas Moström © 2026, Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (για την ελληνική γλώσσα) ISBN 978-618-03-5042-5 ΒOΗΘ. ΚΩΔ. ΜΗΧ/ΣΗΣ 85042 Κ.Ε.Π. 6724, Κ.Π. 24137 Published in Greek by arrangement with Rights & Brands Δεν επιτρέπεται η με οποιονδήποτε τρόπο χρήση ή αναπαραγωγή ολόκληρου ή μέρους του βιβλίου με σκοπό την εκπαίδευση τεχνολογιών ή συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Το παρόν έργο προστατεύεται από τη διαδικασία εξόρυξης κειμένου και δεδομένων (Άρθρο 4(3) Οδηγία (ΕΕ) 2019/790). Το παρόν έργο πνευµατικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Nόµου (N. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήµερα) και τις διεθνείς συµβάσεις περί πνευµατικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε µέσο ή τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκµίσθωση ή δανεισµός, µετάφραση, διασκευή, αναµετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε µορφή (ηλεκτρονική, µηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκµετάλλευση του συνόλου ή µέρους του έργου. Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003500 metaixmio.gr • [email protected] Κεντρική διάθεση Ασκληπιού 18, 106 80 Αθήνα τηλ.: 210 3647433 Bιβλιοπωλεία ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ • Aσκληπιού 18, 106 80 Aθήνα τηλ.: 210 3647433 • Πολυχώρος, Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003580, fax: 211 3003581 Αστυνομικό

Arne Dahl Jonas Moström Ο προδότης Μετάφραση από τα σουηδικά Γρηγόρης Ν. Κονδύλης

Όλες οι σημειώσεις ανήκουν στον μεταφραστή του βιβλίου.

Η μυθοπλασία είναι η αλήθεια μέσα στο ψέμα. ΣΤΙΒΕΝ ΚΙΝΓΚ Η φαντασία και η μυθοπλασία αποτελούν περισσότερο από τα τρία τέταρτα της ζωής μας. ΣΙΜΟΝ ΒΕΪΛ

Ι ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ Στοκχόλμη, Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου

11 1 Είναι σαν σε παραμύθι. Ατάραχος απλώνεται ο υδάτινος όγκος ανάμεσα σε Γιουργκόρντεν και Χουεπσχόλμεν, και λείος σαν καθρέφτης. Ούτ’ ένας γλάρος δεν ζυγιάζεται εκεί πάνω στον καταγάλανο ουρανό του πρωινού. Στη συνήθως πολυσύχναστη αποβάθρα έξω από το Γκρένα Λουντ δεν υπάρχει ίχνος ζωής. Για μια στιγμή ακουμπά το κουπί πάνω στο λεπτό σώμα του κανό και αφήνει το μικρό σκάφος να γλιστρά ελεύθερα στην απόλυτη ηρεμία του κυριακάτικου πρωινού. Ούτ’ ένα δέντρο, ούτ’ ένα κλαδί, ούτε καν ένα φύλλο δεν κινείται σε κάποιο από τα νησιά. Όταν, πριν από λίγη ώρα, άφησε το κανό να γλιστρήσει στα νερά του Μπλοκχουσούντεν, δεν είχε χαράξει καλά καλά ακόμη. Το γεγονός ότι πλησιάζει το φθινόπωρο τον κάνει σχεδόν ευτυχισμένο· υπάρχει κάτι μαγικό σε αυτή την εποχή της μεταμόρφωσης. Πραγματικά, θα έπρεπε να κάνει συχνότερα αυτές τις διαδρομές του. Ο άντρας που κάνει κανό χάνεται για λίγο στους δαιδαλώδεις λαβύρινθους της σκέψης, χάνει τον ρυθμό και τον ξαναπιάνει στο ύψος του Μουσείου Βάσα. Όταν φτάνει στη βορειοδυτική γωνία του Γιουργκόρντεν, τον υποδέχεται η λάμψη του ήλιου που μοιά-

ARNE DAHL & JONAS MOSTRÖM 12 ζει να ταξιδεύει πάνω στη λεία επιφάνεια του κόλπου, ερχόμενος κατευθείαν από την εποχή του Καρλ Μίκαελ Μπέλμαν. Όταν βλέπει για πρώτη φορά ανθρώπους να κινούνται μέσα στη μέρα που έρχεται, του φαίνονται σαν μαριονέτες. Σαν ο μαριονετίστας να κάθεται σε μέρος άγνωστο και να κυβερνά και να ορίζει τους άμοιρους ανθρώπους της αγουροξυπνημένης πόλης κατά τη διάρκεια του σύντομου βίου τους. Βλέπει μερικές κοπέλες με ρούχα κολλητά να τρέχουν κατά μήκος της βόρειας ακτής του Γιουργκόρντεν, και έναν νεαρό άντρα που πασχίζει να συνέλθει από το μεθύσι με έναν βαθύ ύπνο στην προκυμαία της Στραντβέγκεν. Βλέπει έναν ηλικιωμένο άντρα με γυαλιά ηλίου και με κιάλια καθισμένο σ’ ένα παγκάκι κοντά στον μυχό του κόλπου. Επίσης, έναν άντρα με πολύχρωμα ρούχα πάνω σ’ ένα μικροσκοπικό ποδήλατο, ο οποίος ποδηλατεί προς τη γέφυρα του Γιούργκορντ λες και εξαρτάται η ίδια του η ζωή από αυτό. Βλέπει και ένα παράξενο πλωτό σπίτι, το οποίο πάντοτε τον γοήτευε, με μια όμορφη τρικολόρ σημαία σε μπλε-λευκό-πράσινο. Ο άντρας στο κανό νομίζει ότι είναι η σημαία της Σιέρα Λεόνε, αν και ο άντρας στο αναπηρικό αμαξίδιο –ιδιοκτήτης του σκάφους προφανώς– δεν θυμίζει διόλου Αφρικανό. Ο εν λόγω άντρας κάθεται στο κατάστρωμα, μπροστά από μια επιμελώς καλυμμένη κατασκευή, και ασχολείται με κάτι ασαφές που φαίνεται να περιλαμβάνει έναν πομπό με κεραία και όλα τα συναφή. Όταν δίνει μερικές ακόμα κουπιές, προσέχει ένα ζευγάρι, που μοιάζει να ήταν έξω όλη τη νύχτα και που σταματά καταμεσής στη γέφυρα, όπου ενώνεται σ’ ένα παθιασμένο φιλί, πριν ακουστεί το στρίγκλισμα του πρώτου τραμ καθώς φεύγει από το νησί Γιουργκόρντεν. Μια γυναίκα με μπαστούνι διασχίζει κουτσαίνοντας και με το κεφάλι σκυφτό τη γέφυρα, κι ένας άντρας

Ο ΠΡΟΔΟΤΗΣ 13 με στολή δύτη βουτάει στον κόλπο από τη μεριά του νησιού, ανάμεσα στα θαλάσσια ποδήλατα, και επιδίδεται σε μια έντονη κολύμβηση τριάθλου. Πόσο τους λυπάται τους ανθρώπους. Ο άντρας στο κανό προσπερνά τον τριαθλητή, συνεχίζει να κωπηλατεί μέσα στα στραφταλιστά από τον ήλιο νερά και νιώθει να χαμογελά με όλο του το είναι. Όλο του το κορμί γίνεται ένα συμφιλιωτικό χαμόγελο μελαγχολίας. Δίνει μερικές μεγάλες κουπιές και πλησιάζει την τοξωτή γέφυρα από χυτοσίδηρο. Είναι πάντα κάτι το ξεχωριστό να γλιστράς αποκάτω της. Σαν να ταξιδεύεις σε άλλη εποχή, σε μιαν άλλη ζωή. Ακριβώς τη στιγμή που γλιστράει στο νερό κάτω από τη γέφυρα, ακούει έναν μεταλλικό βραχύ ήχο, στον οποίο αντιδρούν αμέσως τα ευαίσθητα αυτιά του. Πάνω από τη γέφυρα πρέπει ν’ ακούστηκε, έτσι δεν είναι; Κάτι τον χτυπάει στο πίσω μέρος του κεφαλιού και παραλίγο να τον κάνει να πέσει στο νερό. Ο πόνος διαπερνά το κρανίο και έντονα ζαλισμένος διακρίνει μια σιλουέτα να αιωρείται μπροστά του, ανάποδα, και βλέπει το πρόσωπό της να τον πλησιάζει, σαν να αιωρείται κατευθείαν πάνω του. Και καθώς εκείνη η ανάποδη φιγούρα πλησιάζει, ο άντρας στο κανό συνειδητοποιεί ότι αυτό που μόλις τον είχε χτυπήσει στο κεφάλι ήταν αυτή ακριβώς η φιγούρα. Ήρθε πέφτοντας από τη γέφυρα και τον βρήκε στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Το κανό έχει σχεδόν σταματήσει να κινείται και ο άντρας καταφέρνει να σκύψει, ώστε ν’ αφήσει τη φιγούρα να περάσει δίπλα του ταλαντευόμενη μπρος πίσω σαν εκκρεμές. Την επόμενη φορά που έρχεται, είναι πιο έτοιμος. Αυτό που βλέπει όταν επιστρέφει προς το μέρος του είναι ένα ανδρικό πρόσωπο. Ένας νεαρός άντρας με σβησμένο βλέμμα και

ARNE DAHL & JONAS MOSTRÖM 14 ένα ορθάνοιχτο, σχεδόν αυτόφωτο στόμα. Και παρόλο που ο νεαρός άντρας είναι ολοφάνερα νεκρός, μιλάει, με καθαρή αλλά μηχανική φωνή. Και λέει: «…και άνθρωποι τέτοιου τύπου αξίζουν να πεθάνουν…» Και τότε είναι που μπατάρει το κανό.

15 2 Ο Τομ Μποργ έκλεισε το κινητό και κοίταξε αρκετή ώρα μέσα από το ματάκι της εξώπορτας. Το ίδιο έκανε κάθε φορά που πήγαινε στο μόνο μέρος όπου μπορούσε ν’ ανασάνει πραγματικά. Αυτό δεν μπορούσε να το κάνει στο μεγάλο διαμέρισμα της Φιελγκάταν, που το ένιωθε όλο και μεγαλύτερο, όλο και πιο σιωπηλό, κάθε νύχτα. Το κλιμακοστάσιο ήταν έρημο, ως συνήθως – και όπως πάντα, έβλεπε μέσα του το γαλανό και το πράσινο μάτι που πριν από έναν χρόνο και ενενήντα τέσσερις ημέρες είχαν καρφωθεί πάνω του, αντιγυρίζοντας το βλέμμα που τους είχε ρίξει. Τότε είχε νομίσει πως η ζωή του ως ελεύθερου ανθρώπου είχε τελειώσει. Τώρα ήξερε πως είχε όντως τελειώσει. Το βλέμμα που είχε δει τότε να τον παρατηρεί μέσα από το ματάκι ανήκε στην αρχιεπιθεωρήτρια Ολίβια Γουλφ, την αστυνομικίνα που τον καταδίωκε σε όλη τη Στοκχόλμη για τους φόνους δύο νεαρών γυναικών. Το κοφτερό σαν λέιζερ βλέμμα δεν θα τον άφηνε ήσυχο αν δεν μάθαινε την αλήθεια για τη δολοφονία στο παράνομο νάιτ κλαμπ και στο διαμέρισμα που βρισκόταν στο ανυψωμένο τμήμα του πεζόδρομου της Γιετγκάταν. Αλλά ο Τομ Μποργ δεν μπορούσε να της πει την αλήθεια. Η Ολίβια ήξερε ήδη πάρα πολλά. Αν αποκάλυπτε με τι ασχολούνταν, θα μπορούσε να κοστίσει σε

ARNE DAHL & JONAS MOSTRÖM 16 αυτόν, ίσως και στα παιδιά του, τη ζωή τους. Επ’ αυτού η οργάνωση ήταν σαφέστατη. Τους μισούσε αφάνταστα. Είχαν καταστρέψει τη ζωή του. Άνοιξε προσεκτικά τη βαριά εξώπορτα, έστησε αυτί κι αφουγκράστηκε την ερημιά, την αδειοσύνη. Όταν βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχε κανείς τριγύρω, έσπευσε να βγει, κλείδωσε προσεκτικά και κατευθύνθηκε βιαστικά προς τη σοφίτα. Ευτυχώς, το διαμέρισμα ήταν στον τελευταίο όροφο του κτιρίου, οπότε δεν κινδύνευε να πέσει πάνω σε περίεργους γείτονες. Δεν είχε πολλή επαφή με την Ολίβια μετά την επίσημη παρουσίαση του Δημιουργού, του βιβλίου που η οργάνωση, μέσω του ανώνυμου Γκραν μετρ –εκείνου του καλογυμνασμένου και προχωρημένης ηλικίας άντρα με το πεσμένο βλέφαρο που κρεμόταν και κάλυπτε το μάτι του– τον είχε αναγκάσει και να ζήσει και να γράψει. Τώρα απαιτούσαν να είναι έτοιμη η συνέχεια του Δημιουργού, το δεύτερο μέρος της τριλογίας True Fiction, ήτοι Αληθινή μυθοπλασία, μέχρι το τέλος της χρονιάς. Αλλιώς οι μέρες του θα ήταν μετρημένες. Οι δικές του ή κάποιου από τα παιδιά του. Ο Τομ λάβαινε κάθε βδομάδα βίντεο παρακολούθησης της Φλόρενς από τα κεντρικά των Γιατρών χωρίς Σύνορα στην Ουγκάντα, της Εστέλ από το ιδιωτικό σχολείο στην Ελβετία και από τις ποδοσφαιρικές προπονήσεις του Αλεξάντερ στη Ζίνκενσνταμ. Υπέθετε ότι παρακολουθούσαν και τον ίδιο, αλλά αυτόν δεν θα τον ήθελαν νεκρό – τον χρειάζονταν ως τον συγγραφέα που θα συνέχιζε να πείθει τον κόσμο ότι η δικτατορία ήταν καλύτερη από τη δημοκρατία. Τόσο ο Γκραν μετρ και οι μπράβοι του, όσο και η Σεσίλια Ουξενστρόλε, εκδότρια του Τομ, παρακολουθούσαν σε πραγματικό χρόνο όσα έγραφε. Η δυσαρέσκειά τους για το κείμενό του είχε αυξηθεί τον τελευταίο καιρό. Η Σεσίλια –την οποία οι συγ-

Ο ΠΡΟΔΟΤΗΣ 17 γραφείς αποκαλούσαν Δράκαινα πίσω από την πλάτη της, με μια φοβερή ουρά να μαστιγώνει κι ένα στόμα να ξερνάει φωτιά– είχε αρχίσει να διατυπώνει όλο και περισσότερα επικριτικά σχόλια. Και οι απειλές από υψηλότερα ιστάμενους γίνονταν όλο και πιο συγκεκριμένες. Μετά την επίσημη παρουσίαση του Δημιουργού, σαν να μην έφταναν όλα τ’ άλλα, έμεινε μόνος. Ούτε τα παιδιά ούτε ο καλύτερος φίλος του, ο Λέναρτ, ήθελαν ν’ ακούν γι’ αυτόν. Και το γεγονός ότι δεν μπορούσε να δώσει εξηγήσεις έκανε το κενό ακόμα μεγαλύτερο. Η μόνη με την οποία μπορούσε να συζητά το έργο που του είχαν αναθέσει ήταν η Δράκαινα. Και οι απόψεις της Δράκαινας ήταν νόμος. Έπρεπε να γράφει καλύτερα. Κι όταν γυρνούσε στο σπίτι, έβγαζε από μέσα του όσο περισσότερες βλακείες μπορούσε, προκειμένου να ηρεμήσει τα τρελαμένα για εξουσία τέρατα. Το μόνο που είχε σημασία αυτή τη στιγμή ήταν ότι δεν τον ακολούθησαν μέχρι εκείνο το μέρος όπου ακόμη μπορούσε ν’ αποκαλεί δικές του τις σκέψεις που έκανε. Με τρεμάμενα χέρια ο Τομ ξεκλείδωσε την πόρτα της σοφίτας, βεβαιώθηκε ότι ήταν μόνος πριν μπει στην αποθήκη, πληκτρολόγησε τον αριθμό της πόρτας ασφαλείας και κλείδωσε πίσω του. Με προσεκτικά υπολογισμένες κινήσεις, φόρεσε την κλειστοφοβική μεταμφίεση και τη συμπλήρωσε με το κράνος που είχε και ζελατίνα. Είχε εξαπατηθεί και έπρεπε να προσπαθήσει να διορθώσει τα πράγματα. Το θρίλερ του Ο δημιουργός είχε καταφέρει να εδραιώσει τον μύθο ότι μια δικτατορία ήταν ο καλύτερος τρόπος να σωθεί ο πλανήτης από την οριστική κλιματική καταστροφή. Αμέσως μετά την κυκλοφορία του βιβλίου είχε ακολουθήσει η ψυχρολουσία. Όταν ο Γκραν μετρ είχε αποκαλύψει ότι το ενδιαφέρον για το κλίμα ήταν απλώς ένας τρόπος να ξεγελάσει τον

ARNE DAHL & JONAS MOSTRÖM 18 Τομ να γράψει το μπεστ σέλερ του, το οποίο θα έπειθε τον κόσμο ότι η δικτατορία ήταν η μόνη εφικτή λύση, κάτι είχε συντριβεί μέσα του. Ίσως η ίδια του η ψυχή. Ο ιδρώτας κυλούσε ακατάπαυστα κάτω από την άβολη περιβολή. Μετά την παρουσίαση του Δημιουργού, η ψυχίατρός του είχε αυξήσει τη δόση των αντικαταθλιπτικών, και δεν άργησαν να φανούν οι παρενέργειες. Τακτοποίησε το κυβοειδές σακίδιο στην πλάτη, το οποίο –εκτός από φαγητό και το θερμός με τον καφέ– περιείχε επίσης έξι άδεια κουτιά πίτσας, και μετά άνοιξε λίγο την πόρτα της αποθήκης. Επικρατούσε σιωπή και ηρεμία. Άνοιξε προσεκτικά την πόρτα για το κλιμακοστάσιο, κατέβηκε βιαστικά και μπήκε στο ασανσέρ. Έριξε μια ματιά στον καθρέφτη και, ως συνήθως, δεν αναγνώρισε τον εαυτό του. Όταν έφτασε στο ισόγειο, βγήκε απαρατήρητος στην εσωτερική αυλή, μπήκε μέσα στο παράσπιτο και συνέχισε βγαίνοντας στη Στιγκμπεργσγκάταν. Ακόμη κανένα σημάδι ότι τον παρακολουθούσαν. Ως υπάλληλος της εταιρείας Foodora που έκανε διανομή φαγητού, καβάλησε την καταχωρισμένη σε κάποιον αχυράνθρωπο βέσπα και ξεκίνησε. Ο υπολογιστής στον οποίο εργαζόταν ήταν στο γραφείο του διαμερίσματος και ήταν ενεργοποιημένος. Είχε την ελπίδα ότι έτσι θα φαινόταν πως ήταν στο σπίτι και εργαζόταν. Δεν έγραφε φυσικά, αυτό μπορούσε να το βλέπει και ο Γκραν μετρ και η Σεσίλια, αλλά είχε ήδη εξηγήσει στη Δράκαινα ότι αφιέρωνε τα πρωινά στο να σκέφτεται και να διαβάζει. Αλλά τώρα θα άλλαζε την εστίασή του. Τώρα ήταν, επιτέλους, στον δρόμο γι’ αυτό που τον έκανε να υπομένει τον ίδιο του τον εαυτό.

19 3 Κύπρος 1980 Όλα είναι πολύ κοντά στο ασπρόμαυρο. Αρχικά εμφανίζονται μερικά δοκιμαστικά κινηματογραφικά πλάνα από μια παραλία που τη λούζει ένας ήλιος λαμπρός. Η εικόνα μεγεθύνεται και σμικρύνεται και μόνο περιστασιακά μπορεί να διακρίνει κανείς τους λουόμενους που κινούνται εδώ κι εκεί σε όλη την αμμουδιά. Δεν ακούγεται ούτε ένας ήχος. Αλλαγή σκηνικού, νέα κίνηση. Μια σειρά από απλές τουαλέτες, μετά νιπτήρες σε μακριές αράδες και ένας καθρέφτης μπάνιου. Κάποιος είχε νοτίσει τον καθρέφτη με τα χνότα του και είχε γράψει ένα κείμενο διαβατικό, σε άγαρμπα, πρόχειρα αγγλικά: «Εργασία: τεκμηρίωση, Camp Goldfish, άνοιξη ’80. Καταπληκτική κάμερα VHS, αλλά δεν καταφέρνω να ενεργοποιήσω τον ήχο. Es tut mir leid».* Όταν το χνότο αρχίζει να εξαφανίζεται από τον καθρέφτη μαζί με το κείμενο, εμφανίζεται στη θέση του μια αρκετά μεγάλη, βαριά καταπώς δείχνει, μαύρη βιντεοκάμερα, από τα πρώτα μοντέλα. Πρόκειται συγκεκριμένα για το μοντέλο Panasonic NV- * Γερμανικά στο κείμενο: λυπάμαι.

ARNE DAHL & JONAS MOSTRÖM 20 3030, όπως μπορεί να διαβάσει κανείς αντεστραμμένα, ενώ από τον εικονολήπτη μπορεί κανείς να δει μόνο τα μακριά και λεπτά δάχτυλα, που θυμίζουν χέρι πιανίστα. Μετά ακολουθούν μερικά γρήγορα πλάνα: σκηνές από έναν θάλαμο στρατώνα με νεαρούς άντρες ντυμένους στο χακί που πετούν αρβύλες, σώβρακα και κάλτσες μουσκεμένες από ιδρώτα προς τη μεριά της κάμερας: σκηνές από συνήθεις δρόμους μεσογειακού τοπίου με καλαίσθητα απλωμένη μπουγάδα, με ντίζελ αυτοκίνητα της δεκαετίας του εβδομήντα και ψαρόβαρκες που ρίχνουν βαριεστημένα άγκυρα έπειτα από μια νύχτα ψαρέματος χταποδιών. Η δουλειά της κάμερας γίνεται όλο και πιο ποιοτική. Αλλά ο εικονολήπτης ακόμη δεν έχει καταφέρει να φροντίσει τον ήχο. Τον ήχο που επίσης απουσιάζει όταν εμφανίζεται στο πλάνο μια συμπαγής μεταλλική πόρτα, δυσανάλογα στιβαρή για μια τόσο παρηκμασμένη και ανεμοδαρμένη βιομηχανική περιοχή. Δίπλα στην πόρτα είναι στερεωμένη μια ολοκαίνουργια συσκευή για πέρασμα κωδικών. Ο εικονολήπτης κάνει μια ξαφνική μεγέθυνση σ’ ένα κείμενο δίπλα στη μεταλλική πόρτα. Είναι γραμμένο στο κυριλλικό αλφάβητο. Η εικόνα απομακρύνεται από τη μικρή ταμπέλα – ανώμαλος ο ρυθμός στον βηματισμό του εικονολήπτη– κι αφήνει να φανεί τώρα ολόκληρο το κτίριο. Γίνεται όλο και μικρότερο καθώς ο χειριστής της κάμερας περνά, καταπώς φαίνεται, από μια πόρτα και βρίσκει ένα άνοιγμα για την κάμερα. Εκεί η εικόνα σταθεροποιείται, σαν να έχει στερεωθεί η κάμερα σε τρίποδο, πριν επιστρέψουμε ξανά ανάμεσα σε τουαλέτες και νιπτήρες και σ’ έναν χνοτισμένο καθρέφτη με το βραχύβιο αγγλικό κείμενο «αρχηγείο KGB?» ακριβώς δίπλα στο ίσως πρώτο εμότζι του κόσμου. Άλλη μία φορά ο εικονολήπτης αφήνει το χνότο να εξαφαISBN: 978-618-03-5042-5 ΒΟΗΘ. ΚΩΔ. MHX/ΣΗΣ 85042 Το τελευταίο αστυνομικό μυθιστόρημα του Τομ Μποργ έχει γίνει διεθνές μπεστ σέλερ. Όμως από τα παρασκήνια ο ίδιος ζει έναν εφιάλτη. Τον τελευταίο χρόνο βρίσκεται υπό τον έλεγχο μιας μυστικής οργάνωσης που τον αναγκάζει να διαδίδει την αυταρχική ιδεολογία της μέσω των έργων του. Οικογένεια και φίλοι τού έχουν γυρίσει την πλάτη. Αν και η οργάνωση έχει καταστήσει σαφές ότι για να πετύχει τον σκοπό της δεν θα σταματήσει μπροστά σε τίποτα, ούτε καν στον φόνο, ο Τομ αποφασίζει να απελευθερωθεί. Το τίμημα όμως είναι καταστροφικά μεγάλο. Θα καταφέρει να ξεφύγει από το νοσηρό σχέδιο εκβιασμού τους, το οποίο θέτει σε θανάσιμο κίνδυνο τη ζωή της κόρης του; Ταυτόχρονα, η Ολίβια Γουλφ, που πρόσφατα πήρε προαγωγή, εξακολουθεί να υποψιάζεται τον Τομ. Θα πρέπει ωστόσο να στρέψει την προσοχή της αλλού, όταν ένας νεαρός άντρας εντοπίζεται κρεμασμένος από μια γέφυρα στο κέντρο της Στοκχόλμης. Έχει ξυλοκοπηθεί μέχρι θανάτου και ένα μακάβριο αντικείμενο βρίσκεται στο στόμα του. Το δεύτερο μέρος της σειράς True Fiction είναι ένα άγριο και υποβλητικό θρίλερ με συναρπαστική δράση και μαύρο χιούμορ.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=