Ο προδότης

ARNE DAHL & JONAS MOSTRÖM 18 Τομ να γράψει το μπεστ σέλερ του, το οποίο θα έπειθε τον κόσμο ότι η δικτατορία ήταν η μόνη εφικτή λύση, κάτι είχε συντριβεί μέσα του. Ίσως η ίδια του η ψυχή. Ο ιδρώτας κυλούσε ακατάπαυστα κάτω από την άβολη περιβολή. Μετά την παρουσίαση του Δημιουργού, η ψυχίατρός του είχε αυξήσει τη δόση των αντικαταθλιπτικών, και δεν άργησαν να φανούν οι παρενέργειες. Τακτοποίησε το κυβοειδές σακίδιο στην πλάτη, το οποίο –εκτός από φαγητό και το θερμός με τον καφέ– περιείχε επίσης έξι άδεια κουτιά πίτσας, και μετά άνοιξε λίγο την πόρτα της αποθήκης. Επικρατούσε σιωπή και ηρεμία. Άνοιξε προσεκτικά την πόρτα για το κλιμακοστάσιο, κατέβηκε βιαστικά και μπήκε στο ασανσέρ. Έριξε μια ματιά στον καθρέφτη και, ως συνήθως, δεν αναγνώρισε τον εαυτό του. Όταν έφτασε στο ισόγειο, βγήκε απαρατήρητος στην εσωτερική αυλή, μπήκε μέσα στο παράσπιτο και συνέχισε βγαίνοντας στη Στιγκμπεργσγκάταν. Ακόμη κανένα σημάδι ότι τον παρακολουθούσαν. Ως υπάλληλος της εταιρείας Foodora που έκανε διανομή φαγητού, καβάλησε την καταχωρισμένη σε κάποιον αχυράνθρωπο βέσπα και ξεκίνησε. Ο υπολογιστής στον οποίο εργαζόταν ήταν στο γραφείο του διαμερίσματος και ήταν ενεργοποιημένος. Είχε την ελπίδα ότι έτσι θα φαινόταν πως ήταν στο σπίτι και εργαζόταν. Δεν έγραφε φυσικά, αυτό μπορούσε να το βλέπει και ο Γκραν μετρ και η Σεσίλια, αλλά είχε ήδη εξηγήσει στη Δράκαινα ότι αφιέρωνε τα πρωινά στο να σκέφτεται και να διαβάζει. Αλλά τώρα θα άλλαζε την εστίασή του. Τώρα ήταν, επιτέλους, στον δρόμο γι’ αυτό που τον έκανε να υπομένει τον ίδιο του τον εαυτό.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=