Γιώργος Συμπάρδης Νύχτες με την Κάλλη
ΝΥΧΤΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΛΛΗ
ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ 1987 Μέντιουμ, μυθιστόρημα (νέα έκδοση: Μεταίχμιο, Φεβρουάριος 2012) 1998 Ο άχρηστος Δημήτρης, μυθιστόρημα (νέα έκδοση: Μεταίχμιο, Οκτώβριος 2011) 2011 Υπόσχεση γάμου, μυθιστόρημα (Μεταίχμιο) 2015 Μεγάλες γυναίκες, νουβέλα (Μεταίχμιο) 2018 Αδέλφια, μυθιστόρημα (Μεταίχμιο) 2021 ΣΚΟΡΠΙΑ κείμενα για συγγραφείς και βιβλία, δοκίμιο (Μεταίχμιο) 2023 Πλατεία Κλαυθμώνος, μυθιστόρημα (Μεταίχμιο)
Γιώργος Συμπάρδης ΝΥΧΤΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΛΛΗ ΝΟΥΒΕΛΑ
© 2026, Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ και Γιώργος Συμπάρδης ISBN 978-618-03-4959-7 ΒOΗΘ. ΚΩΔ. ΜΗΧ/ΣΗΣ 84959 Κ.Ε.Π. 6736, Κ.Π. 23549 Ελληνική πεζογραφία Υπεύθυνη σειράς Ελένη Μπούρα Πρώτη έκδοση Απρίλιος 2026 Δεν επιτρέπεται η με οποιονδήποτε τρόπο χρήση ή αναπαραγωγή ολόκληρου ή μέρους του βιβλίου με σκοπό την εκπαίδευση τεχνολογιών ή συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Το παρόν έργο προστατεύεται από τη διαδικασία εξόρυξης κειμένου και δεδομένων (Άρθρο 4(3) Οδηγία (ΕΕ) 2019/790). Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Nόμου (N. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε μέσο ή τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκμίσθωση ή δανεισμός, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή (ηλεκτρονική, μηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου. Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα, τηλ.: 211 3003500 metaixmio.gr [email protected] Κεντρική διάθεση: Ασκληπιού 18, 106 80 Αθήνα, τηλ.: 210 3647433, Βιβλιοπωλεία ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ • Ασκληπιού 18, 106 80 Αθήνα τηλ.: 210 3647433 • Πολυχώρος, Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003580, fax: 211 3003581
ß
9 ΤΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΛΗΦΘΗΚΑ στο μεγαλύτερο από τα τρία σουπερμάρκετ της συνοικίας να γλιστράει εκεί μπροστά μου στον διάδρομο με τα απορρυπαντικά πλυντηρίου, να προσπερνάει το τμήμα με τα υγρά πιάτων και τα διάφορα άλλα καθαριστικά και να στέκεται στα ράφια με τις γατοτροφές. Την παρακολούθησα να ανασηκώνει τα γυαλιά ηλίου για να διαβάσει τις ετικέτες στις κονσέρβες με τις φάτσες των γάτων, να γεμίζει σχεδόν το άδειο μέχρι τότε καλάθι της και να κατευθύνεται στα ταμεία για να πληρώσει και να φύγει. Μ’ ένα μεγάλο ψάθινο καπέλο που θα της προστάτευε την επιδερμίδα από την υπεριώδη ακτινοβολία του αυγουστιάτικου ήλιου, μ’ ένα φουστάνι γεμάτο κίτρινα και ροζ μοβ ανθάκια, δεμένο στη μέση με μια εξεζητημένη, άσπρη και πολύ φαρδιά ζώνη, και μ’ ένα χαμόγελο συγκατάβασης για τους υπόλοιπους στην ουρά και τα κοινά και αδιάφορα ψώνια μας.
10 ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΥΜΠΑΡΔΗΣ Την ξαναείδα μια μέρα αργότερα –Κυριακή αργά το βράδυ αυτή τη δεύτερη φορά– να κάθεται σταυροπόδι και να καπνίζει σ’ ένα παγκάκι στην κατηφόρα του προαύλιου της Αγίας Αικατερίνης. Τα νεαρά αγόρια, οι σχεδόν έφηβοι που μέχρι πριν λίγο κλοτσούσαν μια μπάλα, άλλη όρεξη τώρα δεν είχαν: έγερναν με μισόκλειστα από τον κάματο μάτια στα σκαλοπάτια του ναού και κατόπτευαν το προαύλιο από ψηλά, χωρίς να της δίνουν σημασία. Εκείνη πάντως είχε συνείδηση της εμφάνισής της. Φρόντιζε να κρατάει επιδεικτικά το τσιγάρο μπροστά αλλά και μακριά από το πρόσωπο, να το φέρνει αραιά και πού στα χείλη και να εισπνέει ελάχιστα ή ίσως και καθόλου από τον καπνό του. Σαν βγαλμένη από ασπρόμαυρη γαλλική ταινία ήταν η γοητεία της. Με τη μόδα στα ψαγμένα ρούχα της να έχει περάσει, τα μακριά δαχτυλιδένια μαλλιά της γκρίζα, τα μάτια να βαραίνουν υπογραμμισμένα, αλλά με το βλέμμα ακόμη ζωντανό και με τα απομεινάρια μιας σπουδαίας ομορφιάς η οποία, όπως κι η κινηματογραφική ταινία, πάλιωσε και που εκείνη την προχωρημένη ώρα δεν υπήρχε κανείς άλλος εκεί γύρω για να την εκτιμήσει. Περαστικός ήμουν, στην οδό Ηούς, τον χαμηλό δρόμο όπου καταλήγει το υπερυψωμένο και κυρτό προαύλιο
ΝΥΧΤΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΛΛΗ 11 του ναού περπατούσα όταν την αναγνώρισα και κοντοστάθηκα. Εκείνη δεν έδειξε να αντιλαμβάνεται την αδιάκριτη παρουσία τού ενός όλου κι όλου θαυμαστή της, αμφιβάλλω κι αν με είδε και γι’ αυτό της έδωσα το όνομα Κάλλη. Από μία δεύτερη ξαδέλφη μου, κατά οκτώ τουλάχιστον χρόνια μεγαλύτερή μου και ακατάδεκτη, δανείστηκα το όνομα. Είχε μια γεμάτη και βραχνή φωνή αυτή η ξαδέλφη, που έκλεινες τα μάτια όταν μιλούσε και ταξίδευες, και που εκτός από τον Σωκράτη της, έναν νεαρό αξιωματικό του Πυροβολικού με τον οποίο τη θυμάμαι να είναι τότε πολύ ερωτευμένη, δεν γύριζε να κοιτάξει άλλον άντρα και πολύ περισσότερο έναν δεκαπεντάχρονο έφηβο σαν κι εμένα… «Κάλλη» τόλμησα και της είπα μια μέρα που δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τον ενθουσιασμό μου «πόσο όμορφη είσαι!» «Εγώ; Και σαν τι όμορφο μου βρίσκεις;» απάντησε η ξαδέλφη κι έδειξε με μια χαριτωμένη κίνηση των χεριών από πάνω μέχρι κάτω το κορμί της. «Τη φωνή» βρήκα να πω κι επειδή την είδα που συννέφιασε «κι έχεις ωραία μύτη» –μύτη προσωπικότητας, αδρή, θα πρόσθετα σήμερα– και το έκανα χειρότερο. Πίσω από ένα βαν, λίγο πιο κάτω, στάθηκα κι από την
12 ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΥΜΠΑΡΔΗΣ κρυψώνα μου πρόβαλλα κάθε τόσο το κεφάλι –προσεκτικά, δήθεν αδιάφορα– και δεν χόρταινα να τη βλέπω. Κάτι την είδα να λέει στους νεαρούς – απευθυνόμενη στον αρχηγό τους, πιστεύω, αφού αυτός, ο πιο σχηματισμένος έφηβος σηκώθηκε και την πλησίασε, αλλά τι του είπε και τι της απάντησε δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω, κι εν πάση περιπτώσει αμέσως μετά, σαν να είχαν πάρει εντολή από τη γυναίκα που της έδωσα το όνομα Κάλλη, κι ακόμα σαν να είχαν ξαφνικά ανακτήσει πλήρως τις δυνάμεις τους, ξανάρχισαν το παιχνίδι και τον βίαιο χορό τους με την μπάλα. Αεικίνητα τα μάτια εκείνης στα πόδια τους και στην μπάλα που ο καθένας τους διεκδικούσε για λογαριασμό του. Στη σφαλισμένη κεντρική πύλη του ναού στόχευαν, επάνω της τερμάτιζαν κάθε που υπερνικούσαν την ανηφορική κλίση του προαύλιου. Τις περισσότερες φορές όμως, έτσι όπως όλοι μαζί μάρκαραν εκείνον που είχε το κοντρόλ, οι προσπάθειές τους αποτύγχαναν κι η μπάλα ξεστράτιζε κατρακυλώντας στον δρόμο. Αποκεί έτρεξε και την περιμάζεψε κάποια στιγμή ο αρχηγός των παιδιών. Με την μπάλα στα χέρια και τα χέρια στην ανάταση, κοίταξε ύστερα αναποφάσιστος έναν προς έναν τους συμπαίκτες του και στο τέλος διάλεξε να τη στείλει σ’
ΝΥΧΤΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΛΛΗ 13 ένα ευρύστερνο αγόρι με κοντά αλλά δεμένα ποδάρια που στεκόταν στα πλάγια και πάνω απ’ το παγκάκι της Κάλλης. Από αυτόν τον μικρομέγαλο σβόμπο πήρε το παιχνίδι την τροπή που ανάγκασε τελικά τη γυναίκα να σηκωθεί και να φύγει· από την κεφαλιά και τη μανία με την οποία κάρφωσε την μπάλα στο παγκάκι, ανάμεσα στα σκέλια της· κι από τα άλλα αγόρια που το βρήκαν πολύ αστείο και το συνέχισαν τριγυρίζοντας το παγκάκι σαν μελισσόπουλα και κλοτσώντας την μπάλα καταπάνω της. Την ακολούθησα. Βαδίζοντας όσο κι εκείνη αργά, κράτησα την απόσταση που μας χώριζε σταθερή. Σταματούσε η Κάλλη, σταματούσα κι εγώ. Κοίταζε τα κτίρια των πολυκατοικιών εξεταστικά, όπως θα έκανε μια επισκέπτρια στη συνοικία, κι ακολουθώντας το βλέμμα της, τα κοίταζα κι εγώ. Από πάνω μέχρι κάτω, από τις σκοτεινές εκείνη την ώρα βεράντες τους, τις ορθογώνιες και τις οβάλ, με τις κατάφορτες ζαρντινιέρες τους, μέχρι τις πιλοτές με το τόσο όσο φως και τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Και δεν μπορούσα να καταλάβω τι στο καλό τους βρίσκει. Έτσι την έχασα από τα μάτια μου ένα λεπτό αργότερα, χαζεύοντας μια νεόδμητη οικοδομή με κάτι στρόγγυλα
14 ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΥΜΠΑΡΔΗΣ μπαλκόνια. Καινούργια μόδα κι αυτή, σκεφτόμουνα για τα μπαλκόνια, ενώ η Κάλλη έστριβε, στα δεξιά υποθέτω, αφού στο δεξί πεζοδρόμιο βαδίζαμε, κι εξαφανιζόταν. Σε μια πολυκατοικία κάπου εκεί κοντά ή μήπως στον επόμενο κάθετο δρόμο; Και προς ποια κατεύθυνση; Και ποιος μου έλεγε ότι δεν είχε στρίψει αριστερά; Ξεποδαριάστηκα αναζητώντας τη στην περιοχή, μούσκεμα από τον ιδρώτα κατέληξα στο σπίτι, και το μόνο μου κέρδος ότι κατάφερα και κοιμήθηκα εκείνο το βράδυ, χωρίς να πάρω δεύτερο χαπάκι. ß
Ένας συγγραφέας –ο αφηγητής– συναντά την ηρωίδα του. Το ντύσιμό της μιας μόδας περασμένης κι η γοητεία της σαν βγαλμένη από ασπρόμαυρη γαλλική ταινία. Οι τέσσερις νύχτες των συναντήσεών τους, οι ιστορίες της ζωής της μέσα από τις αναθυμιάσεις του αλκοόλ, και η αμφισβήτηση των αισθημάτων του αφηγητή από ένα πρόσωπο που έρχεται από το παρελθόν. ISBN: 978-618-03-4959-7 ΒΟΗΘ. ΚΩΔ. MHX/ΣΗΣ 84959
www.metaixmio.grRkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=