ΝΥΧΤΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΛΛΗ 11 του ναού περπατούσα όταν την αναγνώρισα και κοντοστάθηκα. Εκείνη δεν έδειξε να αντιλαμβάνεται την αδιάκριτη παρουσία τού ενός όλου κι όλου θαυμαστή της, αμφιβάλλω κι αν με είδε και γι’ αυτό της έδωσα το όνομα Κάλλη. Από μία δεύτερη ξαδέλφη μου, κατά οκτώ τουλάχιστον χρόνια μεγαλύτερή μου και ακατάδεκτη, δανείστηκα το όνομα. Είχε μια γεμάτη και βραχνή φωνή αυτή η ξαδέλφη, που έκλεινες τα μάτια όταν μιλούσε και ταξίδευες, και που εκτός από τον Σωκράτη της, έναν νεαρό αξιωματικό του Πυροβολικού με τον οποίο τη θυμάμαι να είναι τότε πολύ ερωτευμένη, δεν γύριζε να κοιτάξει άλλον άντρα και πολύ περισσότερο έναν δεκαπεντάχρονο έφηβο σαν κι εμένα… «Κάλλη» τόλμησα και της είπα μια μέρα που δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τον ενθουσιασμό μου «πόσο όμορφη είσαι!» «Εγώ; Και σαν τι όμορφο μου βρίσκεις;» απάντησε η ξαδέλφη κι έδειξε με μια χαριτωμένη κίνηση των χεριών από πάνω μέχρι κάτω το κορμί της. «Τη φωνή» βρήκα να πω κι επειδή την είδα που συννέφιασε «κι έχεις ωραία μύτη» –μύτη προσωπικότητας, αδρή, θα πρόσθετα σήμερα– και το έκανα χειρότερο. Πίσω από ένα βαν, λίγο πιο κάτω, στάθηκα κι από την
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=