Νύχτες με την Κάλλη

10 ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΥΜΠΑΡΔΗΣ Την ξαναείδα μια μέρα αργότερα –Κυριακή αργά το βράδυ αυτή τη δεύτερη φορά– να κάθεται σταυροπόδι και να καπνίζει σ’ ένα παγκάκι στην κατηφόρα του προαύλιου της Αγίας Αικατερίνης. Τα νεαρά αγόρια, οι σχεδόν έφηβοι που μέχρι πριν λίγο κλοτσούσαν μια μπάλα, άλλη όρεξη τώρα δεν είχαν: έγερναν με μισόκλειστα από τον κάματο μάτια στα σκαλοπάτια του ναού και κατόπτευαν το προαύλιο από ψηλά, χωρίς να της δίνουν σημασία. Εκείνη πάντως είχε συνείδηση της εμφάνισής της. Φρόντιζε να κρατάει επιδεικτικά το τσιγάρο μπροστά αλλά και μακριά από το πρόσωπο, να το φέρνει αραιά και πού στα χείλη και να εισπνέει ελάχιστα ή ίσως και καθόλου από τον καπνό του. Σαν βγαλμένη από ασπρόμαυρη γαλλική ταινία ήταν η γοητεία της. Με τη μόδα στα ψαγμένα ρούχα της να έχει περάσει, τα μακριά δαχτυλιδένια μαλλιά της γκρίζα, τα μάτια να βαραίνουν υπογραμμισμένα, αλλά με το βλέμμα ακόμη ζωντανό και με τα απομεινάρια μιας σπουδαίας ομορφιάς η οποία, όπως κι η κινηματογραφική ταινία, πάλιωσε και που εκείνη την προχωρημένη ώρα δεν υπήρχε κανείς άλλος εκεί γύρω για να την εκτιμήσει. Περαστικός ήμουν, στην οδό Ηούς, τον χαμηλό δρόμο όπου καταλήγει το υπερυψωμένο και κυρτό προαύλιο

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=