Νύχτες με την Κάλλη

12 ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΥΜΠΑΡΔΗΣ κρυψώνα μου πρόβαλλα κάθε τόσο το κεφάλι –προσεκτικά, δήθεν αδιάφορα– και δεν χόρταινα να τη βλέπω. Κάτι την είδα να λέει στους νεαρούς – απευθυνόμενη στον αρχηγό τους, πιστεύω, αφού αυτός, ο πιο σχηματισμένος έφηβος σηκώθηκε και την πλησίασε, αλλά τι του είπε και τι της απάντησε δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω, κι εν πάση περιπτώσει αμέσως μετά, σαν να είχαν πάρει εντολή από τη γυναίκα που της έδωσα το όνομα Κάλλη, κι ακόμα σαν να είχαν ξαφνικά ανακτήσει πλήρως τις δυνάμεις τους, ξανάρχισαν το παιχνίδι και τον βίαιο χορό τους με την μπάλα. Αεικίνητα τα μάτια εκείνης στα πόδια τους και στην μπάλα που ο καθένας τους διεκδικούσε για λογαριασμό του. Στη σφαλισμένη κεντρική πύλη του ναού στόχευαν, επάνω της τερμάτιζαν κάθε που υπερνικούσαν την ανηφορική κλίση του προαύλιου. Τις περισσότερες φορές όμως, έτσι όπως όλοι μαζί μάρκαραν εκείνον που είχε το κοντρόλ, οι προσπάθειές τους αποτύγχαναν κι η μπάλα ξεστράτιζε κατρακυλώντας στον δρόμο. Αποκεί έτρεξε και την περιμάζεψε κάποια στιγμή ο αρχηγός των παιδιών. Με την μπάλα στα χέρια και τα χέρια στην ανάταση, κοίταξε ύστερα αναποφάσιστος έναν προς έναν τους συμπαίκτες του και στο τέλος διάλεξε να τη στείλει σ’

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=